Η Ιερά Σύνοδος τίμησε τον προστάτη της Άγιο Φώτιο

Η Ιερά Σύνοδος τίμησε τον προστάτη της Άγιο Φώτιο

Ρεπορτάζ για το Ραδιόφωνο της Εκκλησίας: Μάκης Αδαμόπουλος
Φωτογραφίες: Χρήστος Μπόνης

Τιμήθηκε σήμερα στην Ιερά Μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου Πεντέλης η μνήμη του εν Αγίοις Πατρός ημών Φωτίου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως του Μεγάλου, Προστάτη της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος. Το πρωί ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος τέλεσε το μυστήριο της Θείας ευχαριστίας, ενώ συλλειτούργησαν οι Μητροπολίτες Τριφυλίας και Ολυμπίας κ. Χρυσόστομος και Σισανίου και Σιατίστης κ. Αθανάσιος. Παρέστησαν Συνοδικοί Ιεράρχες και άλλοι Αρχιερείς, Καθηγητές των Θεολογικών Σχολών Αθήνας και Θεσσαλονίκης, κλήρος και λαός.
Αμέσως μετά, πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα του Διορθοδόξου Κέντρου της Εκκλησίας της Ελλάδος, η καθιερωμένη κοινή σύσκεψη της Ιεράς Συνόδου με τους Καθηγητές των Θεολογικών Σχολών.
Κηρύσσοντας την έναρξη ο Αρχιεπίσκοπος αναφέρθηκε στην μορφή του Αγίου Φωτίου, στην ευγένεια και προσήλωσή του στην Ορθοδοξία, αλλά και στις διανοητικές του ικανότητες που τον ανέδειξαν κυρίαρχη προσωπικότητα της πνευματικής αναγέννησης του βυζαντίου.
Υπογράμμισε την ανεκτίμητη συνεισφορά του «στην διάσωση κλασικών έργων των κυριωτάτων Αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων, γεγονός γιά τό ὁποῖο πρέπει νά εγκαυχάται καί νά σεμνύνεται η Εκκλησία του Χριστού».
Προσέθεσε, επίσης, ότι «στην εύλογη απορία μας από ποιά πηγή αντλούσε τις πνευματικές δυνάμεις για την διεξαγωγή του πολύπλευρου ποιμαντικού, κοινωνικού, εκκλησιαστικού και επιστημονικού του έργου και τίνι τρόπω αξιοποίησε τα έξοχα χαρίσματα με τα οποία τον εκόσμησε ο Θεός, η εξήγηση προφανώς ευρίσκεται στον σύνδεσμο της αγάπης, στην μέθεξη και στην ζωηφόρο κοινωνία του με τον αποκαλυφθέντα ως Φως και φωτίσαντα τω φωτί της θεογνωσίας τα σύμπαντα Θεόν - Λόγον».
Επεσήμανε, ακόμη, ότι «η ζωή του υπήρξε «φωτοδόχος λαμπάς» καιομένη ενώπιον του ιερού της Εκκλησίας Θυσιαστηρίου και ενώπιον της συνειδήσεως των ανθρώπων, ώστε και αυτοί, εάν το θελήσουν, να μετάσχουν, κατά το δυνατόν, του ακτινοβολούντος φωτός της ηγιασμένης του βιοτής και των αθανάτων συγγραμμάτων του; Η εντρύφηση, μάλιστα, στις θεοτεύκτους βίβλους του αποκαλύπτει διαρκώς ένα αδαπάνητο πνευματικό θησαυρό με ποικίλες παραμέτρους και διαστάσεις».
Κατόπιν, χαιρετισμό απηύθυνε ο Συνοδικός Σύνδεσμος της Συνοδικής Επιτροπής επί της Εκκλησιαστικής Εκπαιδεύσεως και Επιμορφώσεως του Εφημεριακού Κλήρου, Μητροπολίτης Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομος ο οποίος ευχήθηκε στον Αρχιεπίσκοπο με αφορμή την συμπλήρωση δώδεκα ετών από την εκλογή του. 
Αμέσως μετά ο Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής Ε.Κ.Π.Α. κ. Χρήστος Καρακόλης, ανέπτυξε την ομιλία του με θέμα «Οι περί Ιουδαίων απόψεις του ιερού Φωτίου». Ο κ. Καρακόλης, μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι «οι δισχιλιετείς σχέσεις Χριστιανών και Ιουδαίων αποτελούν ένα βαρυσήμαντο κεφάλαιο στην ιστορία των δύο θρησκευτικών κοινοτήτων με πάμπολλες διακυμάνσεις, καθώς επίσης και με αξιοσημείωτες κοινωνικές και πολιτικές παραμέτρους και διαστάσεις.
Ειδικά ο 9ος αιώνας μ.Χ., η εποχή δηλαδή κατά την οποία έζησε και έδρασε ο Μέγας Φώτιος, υπήρξε ιδιαίτερα σημαντική για τις σχέσεις αυτές. Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία εξήλθε από τη δεύτερη φάση της εικονομαχίας το 842 μ.Χ. Οι Ιουδαίοι είχαν θεωρηθεί συνυπεύθυνοι για την εικονομαχία και οπωσδήποτε ομοϊδεάτες των εικονομάχων ως προς τις θέσεις τους για τις εικόνες. Το 861 μ.Χ. επιχειρήθηκε από βυζαντινής πλευράς προσέγγιση των Χαζάρων, οι οποίοι σε σημαντικό βαθμό είχαν ασπασθεί τον Ιουδαϊσμό, με απώτερο σκοπό τον εκχριστιανισμό τους. Αργότερα ο αυτοκράτορας Βασίλειος ο Α΄ προσπάθησε προσφέροντας κίνητρα και προνόμια να δελεάσει τους Ιουδαίους προκειμένου αυτοί να δεχθούν το βάπτισμα και να εκχριστιανιστούν. Εν συνεχεία μάλιστα άσκησε ακόμη μεγαλύτερη πίεση προς την κατεύθυνση αυτήν καθιστώντας το βάπτισμα υποχρεωτικό».
Σημείωσε, ακόμη, ότι «σε αυτήν την ιστορική ατμόσφαιρα ο Μέγας Φώτιος συνέγραψε τα έργα του, στα οποία υπάρχει πληθώρα αναφορών στους Ιουδαίους, ειδικά δε στις επιστολές του, στα Αμφιλόχια και στα σωζόμενα αποσπάσματα των ερμηνειών του στα ευαγγέλια και στις επιστολές του Αποστόλου Παύλου. Από την εξέταση των αναφορών αυτών προκύπτει ότι ο ιερός Φώτιος υιοθετεί σε μεγάλο βαθμό μια οξεία αντιιουδαϊκή πολεμική ρητορική του είδους της «διαμάχης» (disputatio), την οποία έχει κληρονομήσει από την προγενέστερή του εκκλησιαστική παράδοση. Μέσω της ρητορικής αυτής φαίνεται να επιδιώκει την αυστηρή οριοθέτηση των Χριστιανών από τους Ιουδαίους και τη διαμόρφωση μιας ενιαίας ορθόδοξης χριστιανικής ταυτότητας, προκειμένου μεταξύ άλλων να θεραπεύσει τις πληγές που είχε επιφέρει στο εκκλησιαστικό σώμα η εικονομαχική έριδα. Παρατηρούμε ωστόσο ότι ο Φώτιος επικεντρώνει την αντιιουδαϊκή ρητορική του στα γεγονότα της Παλαιάς και κυρίως της Καινής Διαθήκης, ενώ αντίθετα αποφεύγει επιμελώς να αναφερθεί στη σύγχρονή του ιουδαϊκή κοινότητα και άρα να υποδαυλίσει τις όποιες τρέχουσες εντάσεις μεταξύ Χριστιανών και Ιουδαίων. Ειδικά δε ερμηνεύοντας την προς Ρωμαίους Επιστολή ο Μέγας Φώτιος ακολουθεί κατά πόδας τον Απόστολο Παύλο διατυπώνοντας θετικές κρίσεις για τους πιστεύσαντες Ιουδαίους και εκφράζοντας την προσδοκία της τελικής μεταστροφής των Ιουδαίων συνολικά στον Χριστιανισμό», ενώ τόνισε ότι «αντίθετα προς την αρχαία και τη μεσαιωνική εποχή, σήμερα ζούμε σε έναν κόσμο ολοκληρωτικής και αστραπιαίας διάχυσης της πληροφορίας. Έτσι, ενώ ο Φώτιος απευθύνει τις συγγραφές και τις ομιλίες του αποκλειστικά σε ένα χριστιανικό κοινό, ο λόγος της σύγχρονης Εκκλησίας απευθύνεται εκ των πραγμάτων σε ολόκληρη την ανθρωπότητα, μια ανθρωπότητα μάλιστα, στην οποία ο Χριστιανισμός και η Ορθοδοξία αποτελούν μειονότητες. Βάσει αυτού του δεδομένου οφείλουμε ως Εκκλησία να υιοθετήσουμε, στον βαθμό που δεν το έχουμε ήδη πράξει, μια ρητορική καταλλαγής, σοβαρού και τεκμηριωμένου θεολογικού λόγου, και υπέρβασης των κάθε λογής στερεοτύπων. Ο εμπνευσμένος από τον ιερό Φώτιο θεολογικός διάλογος Βυζαντινών και Χαζάρων, πρωτοστατούντων των αγίων αδελφών Κωνσταντίνου-Κυρίλλου και Μεθοδίου, μπορεί να αποτελέσει πολύτιμο οδοδείκτη σε αυτήν την προσπάθεια».
Στη συνέχεια διεξήχθη συζήτηση μεταξύ των παρισταμένων και τοποθετήθηκαν Ιεράρχες, αλλά και Καθηγητές. 
Κλείνοντας την εκδήλωση ο Αρχιεπίσκοπος αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στην ανάγκη συνεργασίας τονίζοντας πως τα όποια ζητήματα θα λυθούν αν υπάρχει καλή συνεργασία και ελευθερία.