Ο Κυριάκος Μητσοτάκης με τον Αρχιεπίσκοπο στην «ΑΠΟΣΤΟΛΗ»

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης με τον Αρχιεπίσκοπο στην «ΑΠΟΣΤΟΛΗ»

Την στήριξή του στην Εκκλησία ενόψει της Συνταγματικής Αναθεώρησης εξέφρασε ο Κυριάκος Μητσοτάκης κατά την επίσκεψή του στα γραφεία της Αποστολής τονίζοντας ότι «η Νέα Δημοκρατία δεν κρίνει αναγκαία και δεν πρόκειται να συναινέσει στην αλλαγή των άρθρων του Συντάγματος που αφορούν στις σχέσεις Πολιτείας και Εκκλησίας». «Οι σκέψεις σας να γίνουν κτήμα και των άλλων πολιτικών χώρων και να ακολουθήσουν οι αρχηγοί των υπόλοιπων κομμάτων», απάντησε ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος.
Τα γραφεία της Κεντρικής Διοίκησης του Φιλανθρωπικού Οργανισμού «ΑΠΟΣΤΟΛΗ» της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών επισκέφθηκε σήμερα, ο Πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας Κυριάκος Μητσοτάκης συνοδευόμενος από τη σύζυγό του Μαρέβα Μητσοτάκη και συνεργάτες του.
Τον κ. Μητσοτάκη υποδέχθηκαν, ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος, ο Πρωτοσύγκελλος της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών Αρχιμανδρίτης Συμεών Βολιώτης, ο Γενικός Διευθυντής της «ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ» κ. Κωνσταντίνος Δήμτσας, ο Διευθυντής του Γραφείου Τύπου της Αρχιεπισκοπής κ. Χάρης Κονιδάρης και εργαζόμενοι του Οργανισμού.
Ο κ. Δήμτσας ενημέρωσε τον κ. Μητσοτάκη και τη συνοδεία του για τις συντονισμένες προσπάθειες που καταβάλλονται από όλο το δυναμικό της «ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ», για να ανταποκριθεί στις ευθύνες που ανέθεσε ο Αρχιεπίσκοπος, αλλά και στις προσδοκίες του κόσμου, που προσέφερε βοήθεια αλλά και εκείνου που χρειάσθηκε βοήθεια. Στη συνέχεια παρουσιάστηκε οπτικοακουστικό υλικό με το έργο και τις δράσεις της Αποστολής.
Ο Πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας συνεχάρη τον Αρχιεπίσκοπο, τον κ. Δήμτσα, αλλά και όλους τους συνεργάτες του οργανισμού για το σημαντικό έργο που προσφέρουν επισημαίνοντας πως «στα δύσκολα χρόνια της κρίσης, στα πέτρινα χρόνια των Μνημονίων, η Ελλάδα βρήκε ένα στήριγμα στην Εκκλησία. Η Εκκλησία δεν εκπλήρωσε μόνο τον πνευματικό της ρόλο, αλλά επαναβεβαίωσε την κύρια κοινωνική της αποστολή. Που δεν είναι άλλη από τη φροντίδα των πιο αδυνάμων. Άλλοτε πλάι στην Πολιτεία, πιο συχνά ίσως υποκαθιστώντας την, η Εκκλησία στάθηκε κοντά στους συνανθρώπους μας, που δυσκολεύονται σήμερα να τα βγάλουν πέρα».
Μίλησε, για το έργο της Αρχιεπισκοπής και των ιερών Μητροπόλεων και τα κοινωνικά και φιλανθρωπικά ιδρύματα υπογραμμίζοντας πως «απαλύνουν τον ανθρώπινο πόνο. Και τον απαλύνουν, χωρίς απολύτως καμία διάκριση. Συχνά, τις πιο πολλές φορές, χωρίς κρατική βοήθεια, αλλά πάντα με εξειδικευμένο και με αφοσιωμένο προσωπικό σε ολόκληρη τη χώρα» και σημείωσε ότι «η Εκκλησία καταβάλλει καθημερινά υπεράνθρωπες προσπάθειες για να επιτύχει το στόχο της, που είναι και προσωπικός στόχος του Μακαριωτάτου: Κανείς μόνος, κανείς χωρίς τα απαραίτητα για τη ζωή. Είναι μια δράση που καθρεφτίζει στο σήμερα τη διαδρομή της Ορθόδοξης Εκκλησίας στο διάβα των αιώνων. Μια διαδρομή που αποτελεί μια πορεία προσφοράς. Κιβωτός αρχών, αναπόσπαστο τμήμα της εθνικής μας ταυτότητας, θεμέλιο ανθρωπιστικών αξιών στην πράξη, η Εκκλησία ήταν και παραμένει πάντα στην πρώτη γραμμή. Διαφύλαξε και σμίλεψε τις παραδόσεις μας, σημάδεψε τις ατομικές και συλλογικές μνήμες μας, συνδιαμόρφωσε την ταυτότητα του νεότερου Ελληνισμού. Και κρατάει ακόμα και σήμερα δεμένους μεταξύ τους, αλλά και με το εθνικό κέντρο τους απανταχού Έλληνες. Η πίστη και ο σεβασμός μας στην Εκκλησία, Μακαριότατε, είναι ειλικρινής. Το θρησκευτικό συναίσθημα είναι πολύ βαθύ, είναι πολύ βαρύ και είναι πολύ σοβαρό για να υποκρινόμαστε για αυτό. Ή για να ψάχνουμε πιστοποιητικά θρησκευτικής συνέπειας από πολιτικό ωφελιμισμό».
Έκανε λόγο, επίσης, για σχέσεις αμοιβαίου σεβασμού, αλλά και διακριτούς ρόλους, ενώ εξήρε τη σταθερή, δημιουργική και ειλικρινή συνεργασία. «Επιδίωξή μας, εξάλλου, είναι να ενώνουμε και όχι να διχάζουμε. Οι προθέσεις μας είναι ξεκάθαρες και οι χειρισμοί μας διαφανείς. Η Εκκλησία υπήρξε πάντα, για μας, ένας εθνικός εταίρος κι ένας κοινωνικός σύμμαχος. Ο πιο κοντινός, ο πιο αποτελεσματικός κοινωνικός σύμμαχος. Όχι ένας σύμμαχος στα δύσκολα και μαζί ένας ιδεολογικός εχθρός για να υπηρετούνται παρωχημένες ιδεοληψίες» είπε χαρακτηριστικά.
Ο κ. Μητσοτάκης υπογράμμισε, εξάλλου, ότι «ενόψει της Συνταγματικής Αναθεώρησης η Νέα Δημοκρατία δεν κρίνει αναγκαία και δεν πρόκειται να συναινέσει στην αλλαγή των άρθρων του Συντάγματος που αφορούν στις σχέσεις Πολιτείας και Εκκλησίας. Η ανεξιθρησκεία και ο σεβασμός όλων των θρησκειών έχουν απόλυτη συνταγματική κατοχύρωση. Ως εκ τούτου μια ουσιαστική κατάργηση του άρθρου 3 ή του Προοιμίου του Συντάγματος δεν θα πρόσφερε σήμερα τίποτα ουσιαστικό. Αντιθέτως, θα υποβάθμιζε τον ιστορικό ρόλο της Εκκλησίας, κάτι που θα συνιστούσε εθνικό σφάλμα, αλλά ταυτόχρονα και πολιτικό ολίσθημα».
Ο Αρχιεπίσκοπος ευχαρίστησε τον κ. Μητσοτάκη για την επίσκεψη και αναφέρθηκε στην ανάγκη προσφοράς από την Εκκλησία επισημαίνοντας πως «μέσα σε αυτές τις σκηνές που είδαμε να εκτυλίσσονται, στο μοίρασμα του φαγητού, στο ξεκίνημα αυτής της προσπάθειας έχει τυπωθεί στη σκέψη μου η εικόνα του ανθρώπου που έχασε τη δουλειά του, που δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τις οικονομικές δυσκολίες και προσέρχεται στην ουρά για να πάρει κάτι, που θα στηρίξει αυτόν, τα παιδιά του την οικογένεια. Στο αντίκρισμα όμως του φακού της τηλεοράσεως, της φωτογραφίας υψώνει το χέρι του μπροστά στο πρόσωπό του, για να κρυφτεί. Αυτό δεν έχουμε δικαίωμα να μη το σεβαστούμε. Αντίθετα είναι το καθήκον μας, είναι αυτό που βοήθησε να αλλάξει το πρόγραμμα ή να μετριαστεί η Εκκλησία στους δρόμους, με το πρόγραμμα «Το δέμα στο σπίτι» και έτσι χιλιάδες δέματα ξεκούρασαν πολύ κόσμο αυτό τον καιρό». Αναφέρθηκε, επίσης, στην συλλογική βοήθεια τονίζοντας πως «ο κόπος αυτός δεν είναι ενός ανθρώπου, αλλά είναι των συνεργατών αυτού του έργου, που είναι πάρα πολλοί, των εθελοντών και των ανθρώπων οι οποίοι στήριξαν και στηρίζουν οικονομικά και με οποιοδήποτε άλλο τρόπο αυτή την προσπάθεια. Επομένως είναι ένα συλλογικό έργο. Κάτι, που μπορεί να γίνει παράδειγμα, σύνθημα, όραμα, ώστε να μπορούσαμε όλοι οι Έλληνες μαζί να βοηθήσουμε να γίνουν οάσεις μέσα σε μια μεγάλη έρημο, ώσπου να μπορέσουμε να διαβούμε στο σημείο που όλοι επιθυμούμε να φτάσουμε».
Σημείωσε, άλλωστε, ότι «η συνεργασία Εκκλησίας και Πολιτείας αποδεικνύεται ότι είναι στήριγμα αυτού του τόπου. Γι’ αυτό όσοι παρακολούθησαν φέτος τις Ακολουθίες της Εκκλησίας της Μεγάλης Εβδομάς και της Αναστάσεως, θα είδαν αυτό το πλήθος των ανθρώπων πολλαπλό, περισσότερο από άλλες φορές με ενθουσιασμό και κατάνυξη να συμμετέχουν, που δεν είναι τίποτε άλλο αλλά απόδειξη αυτής της επιθυμίας».
Ο Αρχιεπίσκοπος έκανε σαφές ότι «η Εκκλησία δεν ανάγκασε ποτέ, ούτε θα αναγκάσει κανένα με τη βία να μας ακολουθήσει. Το είπε ο Χριστός μας «όποιος θέλει να έρθει. Και αυτός που μας εγκαταλείπει, που μας βρίζει ή μας περιφρονεί, όταν το θελήσει να γυρίσει η Εκκλησία δεν θα τον διώξει».
Ευχαρίστησε τον κ. Μητσοτάκη για όσα είπε και σημείωσε ότι καλούνται και οι άλλοι χώροι να τα κάνουν κτήμα τους «διότι δεν είναι βλαβερές αυτές οι σκέψεις. Τις χρειαζόμαστε. Πιστεύω ακράδαντα ότι στο βάθος όλων των ανθρώπων που μας εκπροσωπούν στο Κοινοβούλιο υπάρχει αυτή τη στιγμή η θέληση. Αλλά, οι σκοπιμότητες -δεν ξέρω αλλιώς πως θα μπορούσε να το πει κανείς- αναγκάζει να ερχόμαστε σε αντιπαράθεση».
Έκανε λόγο για την εκκλησιαστική περιουσία τονίζοντας πως πολλές φορές έχει ζητήσει να υπάρξει συνεργασία στο θέμα αυτό για το κοινό καλό. Εξέφρασε, εξάλλου, την στενοχώρια του για το μύθο που καλλιεργείται ότι η Εκκλησία δεν φορολογείται και επεσήμανε ότι «η Εκκλησία δεν φορολογείται μόνο στο λειτουργικό χώρο. Ό,τι άλλο φορολογείται. Και ο περίφημος νόμος του ΕΝΦΙΑ θα οδηγήσει σιγά – σιγά τα μοναστήρια να κλείσουν και την ίδια την Εκκλησία να μη μπορεί να βγάλει τα έξοδά της».
Ο Γενικός Διευθυντής της «ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ» κ. Κωνσταντίνος Δήμτσας υποδεχόμενος τον Πρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας στην ομιλία του τόνισε μεταξύ άλλων: «Η παρούσα επίσκεψή σας φρονώ δεν είναι μονάχα συμβολική, αλλά και ουσιαστική. Η χώρα μας διέρχεται βαθιά οικονομική και κοινωνική κρίση, οι αιτίες της οποίας πολλώ δε μάλλον οι συνέπειες είναι σε όλους γνωστές. Η Αποστολή στα πλαίσια των σκοπών ιδρύσεών της από τον Μακαριότατο Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμου το 2010, συμβάλει κατά το δυνατόν και με αίσθημα εθνικής και κοινωνικής ευθύνης στην αντιμετώπιση και θεραπεία ορισμένων εκ των συνεπειών αυτών. Όπως ασφαλώς γνωρίζετε, οι κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες των τελευταίων ετών, οδήγησαν την εκκλησία να εντείνει τον κοινωνικό της ρόλο με διάφορες παρεμβάσεις και τρόπους καίτοι η Εκκλησία από τη φύση της και την κλίση της ήταν διαχρονικά παρούσα στα διάφορα προβλήματα και τις ανάγκες του λαού μας».
Πρόσθεσε, ακόμη, ότι «η Αποστολή με βάση αξιόπιστα, ποιοτικά και ποσοτικά στοιχεία, συνδυαζόμενα με τις διάφορες δράσεις και υπηρεσίες της, αποτελεί ένα από τους σημαντικότερους Οργανισμούς και φορείς του είδους της στη χώρα μας. Εν περιλήψει θα ήθελα να επισημάνω ότι η Αποστολή έχει σχεδιάσει και αναπτύξει το έργο της επί ενός ευρέως πλέγματος προγραμμάτων και δράσεων. Ο πρώτος άξονας είναι οι δράσεις έκτακτης ανάγκης με επίκεντρο την άμεση και σταθερή αρωγή συνανθρώπων μας σε επίπεδο σίτισης και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης. Ενώ το δεύτερο άξονα αποτελούν τα προγράμματα ανάπτυξης και δημιουργικής προοπτικής με επίκεντρο π.χ. την εκπαίδευση παιδιών, την επαγγελματική κατάρτιση, ή ακόμα και την παροχή τεχνικού εξοπλισμού σε ομάδες παραγωγών, ή σε αγροτικούς συνεταιρισμούς».
Ο κ. Δήμτσας προσέφερε δώρο εκ μέρους της «ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ» στον κ. Μητσοτάκη ένα τετραβάγγελο, που ανατύπωσε ο Αρχιεπίσκοπος και σώζεται στην Ιερά Μονή του Οσίου Λουκά και το οποίο έφερε στο στήθος ο Επίσκοπος Σαλώνων Ησαΐας όταν θυσιάστηκε στη μάχη της Αλαμάνας».

Ρεπορτάζ για το Ραδιόφωνο της Εκκλησίας: Μάκης Αδαμόπουλος
Φωτογραφίες: Χρήστος Μπόνης