Ο Εορτασμός της Κυριακής της Ορθοδοξίας

Ο Εορτασμός της Κυριακής της Ορθοδοξίας

Ρεπορτάζ για το Ραδιόφωνο της Εκκλησίας: Μάκης Αδαμόπουλος
Φωτογραφίες: Χρήστος Μπόνης

 

Συνοδική Θεία Λειτουργία τελέσθηκε το πρωί στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό Αθηνών με αφορμή την εορτή της Α' Κυριακής των Νηστειών, όπου εορτάζεται Πα­νορ­θοδό­ξως η αναστήλωση των Ιερών Εικόνων, η οποία κα­θι­ε­ρώ­θη­κε το 843 από την Αυ­το­κρά­τει­ρα Θεοδώρα, τον Υι­ό της Μιχαήλ τον Γ’ και τον Πα­τριά­ρχη Κω­σταντινου­πό­λε­ως Με­θό­διο τον Ο­μο­λογη­τή. Το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας τέλεσε ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος. 
Παρέστη ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας κ. Προκόπης Παυλόπουλος, μέ­λη της Κυ­βέρνησης, Βου­λευ­τές, Πρέσβεις των Ορ­θο­δό­ξων Κρα­τών, εκπρόσωποι των Σωμάτων Ασφαλείας. 
Τον πανηγυρικό της ημέρας, εκφώνησε ο Συνοδικός Μητροπολίτης Κερκύρας και Παξών κ. Νεκτάριος, ο οποίος αναφέρθηκε σε δύο στοιχεία - κλειδιά, τα οποία αναδεικνύουν την κομβικότητα της Ορθοδοξίας για τον Ελληνισμό. “Ταυτότητα” και “Διαφορετικότητα”.
Συγκεκριμένα, επεσήμανε, ότι «η Ορθοδοξία έδωσε ταυτότητα στους Έλληνες. Αυτό δεν σημαίνει ότι κατήργησε την Ιστορία των προγόνων μας, την δίψα για ελευθερία, την γλώσσα, την φιλοσοφία, το όραμα πολιτισμού το οποίο διαδόθηκε μέχρι τα βάθη της Ασίας από τον Μέγα Αλέξανδρο τον Μακεδόνα, τον Έλληνα, ο οποίος είχε την πίστη ότι στο πρόσωπό του ένωνε όλους τους Έλληνες, έστω και αρχικώς «πλην Λακεδαιμονίων». Ο Χριστιανισμός συνάντησε τον Ελληνισμό, «δοκίμασε τα πάντα και κατέσχε το καλόν». Αξιοποίησε και ανανέωσε όλα τα στοχεία της ελληνικής ταυτότητος και προσέθεσε σ᾽ αυτά το Πρόσωπο του Χριστού και δύο δρόμους και τρόπους μοναδικά λυτρωτικούς: την Αγάπη και την Ανάσταση. Έκανε τους Έλληνες όχι απλώς να ενδιαφέρονται για την διάδοση του πολιτισμού, της γλώσσας, της σκέψεως, αλλά να νοιάζονται για την ζωή όλων των ανθρώπων. Τους έκανε ιεραποστόλους της αλήθειας και της αγάπης του Χριστού σε όλους τους λαούς, τους οποίους μπορούσαν να συναντήσουν. Δεν χρησιμοποίησε ως όχημα την ελληνική γλώσσα και παράδοση, αλλά έδωσε γλώσσα και νόημα με τον τρόπο τον οποίο οι λαοί μπορούσαν να αντιληφθούν. Ας θυμηθούμε τον εκχριστιανισμό τω Μοραβών και των Σλάβων. Το αλφάβητο των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου. Την ενθάρρυνση για την δημιουργία Εκκλησιών, οι οποίες αποτέλεσαν τον συνδετικό κρίκο της Ελλληνικής Αυτοκρατορίας του Βυζαντίου με τους λαούς εκείνους. Την αντίσταση στον εκφραγκισμό της Ανατολής».
Υπογράμμισε, ακόμη, ότι «η Ορθοδοξία βοήθησε τον Ελληνισμό να συνειδητοποιήσει και την διαφορετικότητά του σε σχέση με την Δύση. Το ότι πιστεύουμε στον Χριστό δεν σημαίνει ότι Ορθόδοξοι και Δυτικοί είμαστε ίδιοι. Το ότι αγαπούμε τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους, τον Σωκράτη, τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη, δεν σημαίνει ότι μιλούμε την ίδια γλώσσα ή τους κατανοούμε με τον ίδιο τρόπο και περιεχόμενο. Παραμένουμε μία Εκκλησία δημοκρατική, στην οποία υπάρχει μεν πρωτείο, αυτό της τιμής, αλλά δεν γίνεται αποδεκτή η οδός της εξουσίας, του καταναγκασμού των ανθρώπων, της καθυποτάξεως της ελευθερίας τους στο όνομα της σωτηρίας. Αλλά είμαστε και διαφορετικοί σε σχέση με παραδόσεις όπως το Ισλάμ και οι μονοφυσίτες χριστιανοί. Τιμούμε τις ιερές εικόνες, διότι σ᾽ αυτές απεικονίζεται το Θεανθρώπινο πρόσωπο του Χριστού και δεν πιστεύουμε σε έναν θεό ασώματο ή μόνο πνευματικό. Ακολουθούμε την οδό της αγάπης, η οποία γίνεται επιείκεια, συγχωρητικότητα, αποδοχή της τρωτότητος του πλησίον όπως και της δικής μας, όχι διότι θέλουμε να δικαιολογούμε και να αμνηστεύουμε τις πτώσεις μας, αλλά διότι «εν τη ταπεινώσει ημών εμνήσθη ημών ο Κύριος». Δεν προηγείται η δικαιοσύνη στον Θεό, αλλά η αγάπη. Και επειδή ο Θεός έγινε «ως εις εξ ημών», προσλαμβάνοντας την ανθρώπινη φύση μας, δώσαμε στον Ελληνισμό την δυνατότητα να υπερασπίζεται τα δίκαιά του και την ελευθερία του, μη αρνούμενος όμως την συνύπαρξη με τους άλλους λαούς. Να είναι χαρούμενος για τα επιτεύγματά του, όχι όμως αυτάρκης και αδιάφορος για τον πόνο του άλλου. Να θέλει να κρατά ανόθευτη την πίστη, αλλά να είναι άρχοντας προς τους άλλους, δηλαδή να έχει «τόπο εν τω καταλύματι» και να μην βλέπει τα πάντα με μόνο γνώμονα το στενώς νοούμενο συμφέρον. Να σέβεται το ανθρώπινο πρόσωπο, ακόμη κι αν αυτό δεν κάνει την ζωή μας τόσο εύκολη».
Σημείωσε, επίσης, ότι «Ορθοδοξία και Ελληνισμός μείναμε μαζί στην νίκη και την ήττα, στην αντίσταση στον κάθε επίβουλο εχθρό, στην απελευθέρωση και στην προσφυγιά, στα μεγάλα ΟΧΙ, στον αγώνα ανασυγκροτήσεως της πατρίδος. Μαζί νικήσαμε και μαζί χάσαμε», ενώ ολοκλήρωσε την ομιλία του λέγοντας «Στην Κέρκυρα, τόπο της επισκοπικής μας διακονίας, τεθησαύρισται, μεταξύ άλλων, το λείψανο της αγίας Θεοδώρας της Αυγούστης, της αυτοκράτειρας η οποία αναστήλωσε τις ιερές εικόνες, απέδειξε την συναλληλία Εκκλησίας και Πολιτείας και αντάλλαξε προς το τέλος της ζωής της την αυτοκρατορική πορφύρα με το μοναχικό τριβώνιο. Καθώς ενθυμούμεθα σήμερα την Ορθοδοξία την οποία περιφρούρησε όχι μόνο με την διακονία της ως αυτοκράτειρα, αλλά και με την ζωή της αγιότητος, ας θυμηθούμε και το χρέος μας: όλοι μας, ο καθένας “εφ᾽ ω ετάχθη” να διαφυλάξουμε την ενότητα και συμπόρευση Ορθοδοξίας και Ελληνισμού. Όχι από φόβο μήπως χαθούν προνόμια ή από άγχος για να μη γίνουν αλλαγές στην ζωή μας, αλλά γιατί ό,τι έχει δοκιμαστεί, ό,τι έχει δώσει ταυτότητα, ό,τι μας κρατά διαφορετικούς και την ίδια στιγμή ανταποκρίνεται στις ανάγκες των καιρών είναι η ρίζα μας. Αν ξεραθεί, τότε το δένδρον παύει όχι απλώς να δίδει καρπούς, αλλά και να υφίσταται».
Προ της Α­πο­λύ­σε­ως της Θεί­ας Λει­τουρ­γί­ας έλαβε χώ­ρα Λι­τά­νευ­ση των Ι­ε­ρών Ει­κό­νων σε α­νά­μνη­ση της α­να­στήλωσης των Ι­ε­ρών Ει­κό­νων το έ­τος 843.
Στην συνέχεια ο Αρχιεπίσκοπος τίμησε τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Προκόπη Παυλόπουλο, με την ανώτατη τιμή της Εκκλησίας της Ελλάδος, τον Μεγαλόσταυρο του Αποστόλου Παύλου.
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, κατά την αντιφώνησή του, τόνισε:
«Μακαριώτατε, σεβασμιώτατοι, άγιοι πατέρες, χριστεπώνυμο πλήρωμα, αποδέχομαι την ύψιστη αυτή διάκριση εκ μέρους της Εκκλησίας της Ελλάδος, ομολογώντας ευθέως ότι γνωρίζω εκ προοιμίου πως η ως άνω διάκριση δεν αφορά το πρόσωπό μου, αλλά τον Θεσμό του Προέδρου της Δημοκρατίας. Ο οποίος έχει, κατά τον όρκο του, ως πρώτιστο καθήκον την τήρηση του Συντάγματος, ιδίως δε την τήρηση των διατάξεων που ορίζουν ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι Ρυθμιστής του Πολιτεύματος. Επομένως, και θεματοφύλακας των αρμονικών, πάντα στο πλαίσιο του Συντάγματος, σχέσεων μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας.
Για να δικαιώσω, λοιπόν, στο μέτρο των ανθρωπίνων δυνατοτήτων, την προς εμένα μεγαθυμία σας και, πολλώ μάλλον, για να μη διαψεύσω τις προσδοκίες σας, δεσμεύομαι ενώπιόν σας να τηρήσω, στο ακέραιο, το Σύνταγμα, έχοντας πλήρη επίγνωση αφενός ότι οι κάθε είδους ενέργειές μου γίνονται στο φως της δημοσιότητας και της διαφάνειας. Και, αφετέρου και συνακόλουθα, ότι κατ’ εξοχήν για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ‘’ουδέν κρυπτόν υπό τον Ήλιον’’, εν προκειμένω δε ουδέν κρυπτόν από τους οφθαλμούς Λαού και Κλήρου.
Κατόπιν τούτων, κλείνω την ευχαριστήρια αντιφώνησή μου αναφερόμενος στους εξής στίχους του 138ου Ψαλμού του Προφητάνακτος Δαυίδ:
Πρώτον: ‘Κύριε, εδοκίμασάς με, και έγνως με’’.
Και, δεύτερον: ‘’Πού πορευθώ από τού πνεύματός σου και από του προσώπου σου πού φύγω; Εάν αναβώ εις τον ουρανόν, συ εκεί ει, εάν καταβώ εις τον άδην, πάρει εάν αναλάβοιμι τας πτέρυγάς μου κατ’ όρθρον και κατασκηνώσω εις τα έσχατα της θαλάσσης, και γαρ εκεί η χειρ σου οδηγήσει με, και καθέξει με η δεξιά σου’’.
Ας με συνοδεύουν, ως το τέλος της θητείας μου και όχι μόνον, η Ευλογία Σας και η Προσευχή Σας».