Μνημειακοί Ναοί των Αθηνών

Μπορεί από την Αθήνα, που έζησε σκληρή συνεχή δουλεία εξακοσίων χρόνων, να λείπουν τα αριστουργήματα της Αναγέννησης και οι μεγαλόπρεποι ναοί που συναντάει κανείς σε άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, όμως κάθε γωνία της, τουλάχιστον της παλαιάς πόλης, είναι γεμάτη από κομψότατες εκκλησίες, που μαρτυρούν θαυμαστό πλούτο πίστης και σπάνιας ένθεης τέχνης, που εντυπωσιάζουν όχι μόνο τις φιλόθεες ψυχές, αλλά και τους εραστές της εκλεπτυσμένης ελληνορθόδοξης τέχνης και της ελληνικής Ιστορίας, αφού πολλές από αυτές τις εκκλησίες συνδέονται και με πρόσωπα και γεγονότα του Έθνους τουλάχιστον των τελευταίων χιλίων χρόνων.

Οι μνημειακές εκκλησίες της πόλης, που παρουσιάζονται εδώ με συντομία, είναι είτε παλαιοχριστιανικές βασιλικές (δυστυχώς ερειπωμένες), είτε της βυζαντινής και μεταβυζαντινής εποχής (μερικές χαρακτηριστικά κτίσματα της εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής, όπως αυτή αναπτύχτηκε στην Αθήνα), με εξαίρετα ψηφιδωτά και τοιχογραφίες κατά κανόνα ταπεινών ανώνυμων καλλιτεχνών, είτε ναοί του κέντρου, που οικοδομήθηκαν κυρίως τον 19ο αι., μετά την Απελευθέρωση, και είναι έργα σπουδαίων αρχιτεκτόνων.

Bρίσκεται στην πλατεία Κλαυθμώνος. Είναι κτίσμα των μέσων του 11ου αι.και ανήκει στον τύπο του δικιόνιου ναού, αλλά σε μία ιδιαίτερη παραλλαγή: Οκταγωνικός και με δίλοβα μικρά παράθυρα τρούλος στηρίζεται ανατολικά σε δύο κίονες και δυτικά σε δύο πεσσούς, οι οποίοι είναι ενσωματωμένοι στον δυτικό τοίχο. Χαρακτηριστική είναι η επιμελημένη πλινθοπερίκλειστη τοιχοποιία της εκκλησίας, που έχει διακόσμηση με κουφικά γράμματα, φυτά, ζώα κλπ.

Στην ανατολική πλευρά έχει τρεις τριγωνικές αψίδες, από τις οποίες η μεσαία είναι πλατύτερη και ψηλότερη και στην κάθε πλευρά της έχει από ένα μονόλοβο παράθυρο, ενώ οι άλλες δύο αψίδες είναι μικρότερες και έχει η καθεμιά από ένα δίλοβο παράθυρο.

Στη δυτική πλευρά έχει δύο θύρες, με αψίδωμα και παραστάδες, μία στο κέντρο και μία προς βορρά, ενώ προς νότο, αντί θύρας έχει ένα μικρό μονόλοβο αψιδωτό παράθυρο. Σε ψηλότερο σημείο, επάνω από την κεντρική θύρα, έχει ένα δίλοβο αψιδωτό παράθυρο. Στη νότια πλευρά υπάρχει μια ακόμα αψιδωτή θύρα με ένα δίλοβο αψιδωτό παράθυρο, και λίγο πιο πάνω ένα πλατύ τρίλοβο μεταγενέστερο κωδωνοστάσιο.

Στην ίδια πλευρά υπάρχουν ακόμα δύο μονόλοβα παράθυρα και ένα δίλοβο. Αντίστοιχα όμοια παράθυρα υπάρχουν και στη βόρεια πλευρά, αλλά δεν έχει ανοιχθεί σ’ αυτή θύρα.
Στη θέση της σημερινής εκκλησίας υπήρχε άλλη, παλαιότερη, μια από τις δώδεκα που, σύμφωνα με την παράδοση, ανήγειρε στην ιδιαίτερη πατρίδα της η αυτοκράτειρα Ευδοκία (+ 460).

Τη σημερινή εκκλησία, προς τιμή του μάρτυρος Θεοδώρου του Τήρωνος (;) αρχικά, ανήγειρε ο σπαθαροκανδιδάτος βυζαντινός αξιωματούχος, που είχε το δικαίωμα να φορεί λευκή τήβεννο, Νικόλαος Καλόμαλος, επειδή η προηγούμενη εκκλησία ήταν μικρή και πολύ σαθρή. Σχετική είναι η ακόλουθη επιγραφή, που έχει εντοιχισθεί επάνω από τη δυτική κεντρική είσοδο και της οποίας, επειδή σε μερικά της σημεία είναι θραυσμένη, η ανάγνωση δεν είναι καθ’ όλα βέβαιη:
+ Τόν πρίν παλαιόν ὄντα σου ναόν, μάρτυς, καί μικρόν καί πήλινον καί σαθρόν λίαν, ἀνήγειρεν Νικόλαος σός οἰκέτης, ὁ Καλόμαλος, σπαθαροκανδιδᾶτος,ὅς εὔρεν σε προστάτην παιδιόθεν μέγαν, βοηθόν καί πρόμαχον πολλῶν κινδύνωνˑ ὅν καί πρέσβενε τοῦ ἄνω τυχεῖν κλήρου, λαβόντα τήν ἄφεσιν τῶν ἐσφαλμένων.
Επιγραφή σε άλλη μικρή εντοιχισμένη πλάκα, δίπλα από την προηγούμενη, αναφέρει:
+ Μηνί Σεπτεμβρίω,ἰνδικτιῶνος γ’, ἔτους ςφνη,
δηλαδή 1049, αλλ’ οι επιστήμονες δεν συμφωνούν αν υπάρχει σχέση ανάμεσα στις δύο επιγραφές.
Όσον αφορά τον κτίτορά της, έχει διασωθεί η σφραγίδα του, η οποία αναγράφει:
Νικολάου σφράγισμα τοῦ Καλόμαλου.

Μερικοί ερευνητές, με βάση επιστολή του Πάπα Ιννοκεντίου, του έτους 1208, διατυπώνουν την άποψη πως η εκκλησία ήταν Καθολικό Μονής πάντως στα πριν από την Επανάσταση χρόνια, όπως και για πολλά μετά από αυτήν, ήταν ενοριακή. Σήμερα είναι παρεκκλήσιο του Τ.Π.Ο.Ε.Κ.Ε.
Εξαιτίας των πολλών φθορών που υπέστη κατά τη διάρκεια του ιερού Αγώνα, λίγο αργότερα, το 1840, επεσκευάσθη, με συνδρομή πολλών, ανάμεσα στους οποίους ήταν και οι βασιλείς Όθων και Αμαλία, μάλιστα επί σειράν ετών, στις 8 Σεπτεμβρίου κάθε έτους, τελούνταν «η επέτειος εορτή». Το 1910, κατά την πλακόστρωση του Ναού, διαπιστώθηκε κάτω από το δάπεδο η ύπαρξη τάφων. Επίσης στα έργα συντήρησης του Ναού το 1967, βρέθηκαν από την Αρχαιολογική Υπηρεσία άλλοι δεκαέξι τάφοι και τμήμα μωσαϊκού δαπέδου ρωμαϊκής εποχής.
Η εκκλησία των Αγίων Θεοδώρων έχει χαρακτηρισθεί από ειδικούς ως το καλύτερο βυζαντινό μνημείο της πόλης

Βρίσκεται στην οδό Ευαγγελιστρίας 10, κοντά στη Μητρόπολη, και είναι αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Πρόκειται για τρίκλιτη καμαροσκέπαστη βασιλική, που η στέγη της είναι «σύνθετη», αποτελείται δηλαδή από κυλινδρική καμάρα, που ανατολικά και δυτικά καταλήγει σε τεταρτοσφαίρια, που βαίνουν επάνω σε γωνιαίες κόγχες (ημιχώνια).

Τα κλίτη της χωρίζονται με δύο σειρές κιονοστοιχιών. Είναι αρχικό κτίσμα των βυζαντινών χρόνων (ο τύπος εισήχθη στην Ελλάδα μεταξύ των ετών 700-1000), που ανακαινίστηκε στα χρόνια της τουρκοκρατίας.

Μεταγενέστερα, στη βόρεια πλευρά προστέθηκε δίκλιτη βασιλική.

Το 1966, με δαπάνες του Τ.Α.Κ.Ε. (σήμερα Τ.Π.Ο.Ε.Κ.Ε.), στο οποίο ανήκει, και με την επίβλεψη της αρμόδιας Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, έγιναν εργασίες συντήρησης.

Από την αφαίρεση των παλαιών επιχρισμάτων διαπιστώθηκε ότι η τοιχοδομία ήταν κοινής κατασκευής και αμελούς εμφάνισης, και γι’ αυτό έγιναν πάλι επιχρίσματα. Στα 1973-1974 μπροστά στη νοτιοδυτική γωνία της εκκλησίας βρέθηκαν λείψανα τοιχοποιίας, τμήμα ιωνικής βάσης, δύο τεμάχια αρράβδωτου κίονα και θραύσμα από στόμιο πιθαριού.

Το σημερινό όνομα «Ρόμβη» προήλθε προφανώς από τον ανακαινιστή της (η κτίτορά της), που ανήκε στην οικογένεια Ρόμπη η Ρούμπη, δεδομένου ότι σε παλαιά αθηναϊκά συμβόλαια απαντάται το 1622 ο νοτάριος Ρούμπας.

Βρίσκεται στην οδό Ερμού, στη συμβολή με την ομώνυμη οδό και, την οδό Καλαμιώτου. Ανήκει στον τύπο του σύνθετου τετρακιόνιου σταυροειδούς εγγεγραμμένου ναού, με τον γνωστό ελαφρύ αθηναϊκό τρούλο της εποχής, και με νάρθηκα.

Οι κίονες είναι παλαιοχριστιανικής εποχής. Η τοιχοποιία στα χαμηλά μέρη είναι από δόμους, που μερικοί προέρχονται από παλαιοχριστιανικά μνημεία και έχουν τοποθετηθεί κατά τρόπο που να σχηματίζουν σταυρούς, ενώ στα ανώτερα έχει γίνει με το γνωστό πλινθοπερίκλειστο σύστημα. Είναι κτίσμα του 11ου αι. (λίγο μετά το 1050) και, κατά την παράδοση, οικοδομήθηκε στη θέση παλαιότερης εκκλησίας, κτίσματος και αυτής της Αθηναίας αυτοκράτειρας Ευδοκίας (5ος αι), γι’ αυτό και λεγόταν και «Εκκλησία της Βασιλοπούλας».

Πιθανόν στα τέλη του 11ου αι., στη βόρεια πλευρά προστέθηκε το παρεκκλήσιο της Αγίας Βαρβάρας, που είναι ρυθμού μονόκλιτης βασιλικής με τρούλο. Το παρεκκλήσιο αυτό, λόγω της φθοράς, ανακατασκευάσθηκε από τον οπλαρχηγό του 1821 Πρέντζα και έλαβε τη σημερινή του μορφή. Ακόμα, στα τέλη του 11ου αι. στις αρχές του 12ου αι., προστέθηκε ανοιχτό προστώο-εξωνάρθηκας, με δικλι-νείς στέγες επάνω σε ισάριθμους θόλους, με δίλοβα και μονόλοβα παράθυρα στη δυτική πλευρά και με μικρό κομψό, στεγασμένο πρόπυλο με δύο κομψούς κιονίσκους στη νότια. Μεταγενέστερα, τα τοξωτά ανοίγματα του προνάου κλείστηκαν με υαλοστάσια, ώστε σήμερα, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι η είσοδος βρίσκεται, κάτω από την επιφάνεια του δρόμου, το οικοδόμημα να έχει χάσει αρκετά από την παλιά του κομψή μορφή.

Οι τοιχογραφίες είναι των μέσων του 20ου αι., η Πλατυτέρα μάλιστα είναι έργο του Φ. Κόντογλου (1942), ενώ το ψηφιδωτό της εισόδου της Έλλης Βοίλα (1936).  Και η εκκλησία αυτή υπέστη πολλές φθορές κατά την Επανάσταση, οι οποίες όμως επιδιορθώθηκαν λίγο κατόπιν, αφού όμως πριν, το 1834, χάρη στην επέμβαση του πατέρα του Όθωνα βασιλιά της Βαυαρίας Λουδοβίκου, σώθηκε από την κατεδάφιση.

Τον ίδιο κίνδυνο αντιμετώπισε και με κυβερνητική απόφαση της 20ης Αυγούστου 1863, πλην όμως και τότε, χάρη κυρίως στην σθεναρή παρέμβαση του Μητροπολίτη Αθηνών, η απόφαση ακυρώθηκε. Με τον νόμο 1268/1931 η εκκλησία παραχωρήθηκε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών για την άσκηση των φοιτητών της Θεολογικής του Σχολής.

Ως προς το όνομα, σημειώνουμε πως η εκκλησία απαντάται με τα ονόματα Καπνικαρέα, Καμουκαρέα, Καμουχαριώτισσα κ.α. Η ονομασία προέρχεται είτε από τη λέξη «Καπνικάριος», που σήμαινε το πιθανό επάγγελμα του κτίτορα, εισπράκτορα δηλαδή του «καπνικού» φόρου (=φόρου καπνοδόχου = φόρου οικοδομών), που πρώτος είχε επιβάλει ο αυτοκράτορας Νικηφόρος Α’ (802-811), είτε από πιθανή γειτνίαση της εκκλησίας με τα εργαστήρια των «καμουκάδων» η «καμουχάδων» (μεταξωτών υφασμάτων), είτε γιατί η εικόνα ήταν σκεπασμένη με «καμουκά», είτε γιατί έκαμε θαύματα-χάρες (κάμνει χάρες=καμουχαριώτισσα).

Βρίσκεται στην οδό Αιόλου 62, δίπλα στη μεγάλη Εκκλησία της Χρυσοσπηλιώτισσας. Ανήκει στον τύπο της μονόκλιτης καμαροσκέπαστης βασιλικής και έχει δύο τυφλά τόξα στη βόρεια και τη νότια πλευρά. Ο χρόνος ανέγερσής της τοποθετείται στην Τουρκοκρατία.

Μεταγενέστερα «ανοίχθηκαν» τα τυφλά τόξα και στη βόρεια πλευρά κτίσθηκε μικρή παράλληλη προσθήκη (διάδρομος), στη οποία έχει κατασκευασθεί μία αναπαράσταση του Φρικτού Γολγοθά, ενώ στη νότια δημιουργήθηκαν μία θύρα και ένα μεγάλο παράθυρο.

Ο Δημ. Καμπούρογλου αναφέρει ότι η Αγία Παρασκευή παλαιά ήταν παρεκκλήσιο της Χρυσοσπηλιώτισσας, αλλά το 1762 παραχωρήθηκε ως Μετόχι στη Μονή του Οσίου Μελετίου του Κιθαιρώνα, γεγονός που προέκυψε, κυρίως, από την ανάγκη να έχουν ένα κατάλυμα οι μοναχοί, όταν αναγκάζονταν να παραμείνουν για κάποιες ημέρες στην Αθήνα. Ας σημειωθεί πως οι μοναχοί του Οσίου Μελετίου περιέβαλλαν με ιδιαίτερη τιμή την Αγία, παραλαύρειος μάλιστα ναός της υπήρχε και στη θέση Πουρνάρι Οινόης.

Από το 1883 έως το 1928 η εκκλησία, επειδή η κυρίαρχη Μονή είχε προσαρτηθεί στη Μονή Φανερωμένη Σαλαμίνας, ακολούθησε και αυτή την τύχη της, γι’ αυτό και λεγόταν «Αιγινήτικο Μετόχι». Σήμερα ανήκει πάλι στη Μονή του Οσίου Μελετίου.

Βρίσκεται στην οδό Αθηνάς, αριθ. 28. Είναι μικρή, διαστάσεων 11×3,50 μ., μονόκλιτη καμαροσκέπαστη βασιλική. Στη βόρεια και νότια πλευρά έχει από ένα χαμηλό τυφλό τόξο. Η ανέγερσή της τοποθετείται στα χρόνια της τουρκοκρατίας. Μεταγενέστερα το νότιο τόξο ανοίχθηκε, και έτσι η εκκλησία επικοινωνεί με νεότερη στενή προσθήκη. Μεταγενέστερο είναι και το μεγάλο παράθυρο της βόρειας πλευράς.

Οι τοιχογραφίες του Ναού είναι νεότερες, δυστυχώς αγνώστου, έμπειρου όμως, αγιογράφου. Διακρίνονται για την τεχνική και τη θεματολογία τους. Μνημονεύουμε ενδεικτικά στη νότια πλευρά τις δώδεκα τοιχογραφίες, που είναι εμπνευσμένες από το Σύμβολο της Πίστεως («Πιστεύω…») και τις οκτώ από την Κυριακή προσευχή («Πάτερ ημών…»), και στη βόρεια πλευρά αυτές που είναι εμπνευσμένες από τους εικοσιτέσσερις οίκους του Ακάθιστου Ύμνου.

Σύμφωνα με την παράδοση, η εκκλησία της Αγίας Κυριακής ήταν κοιμητηριακός Ναός νεκροταφείου, που υπήρχε μεταξύ αυτής και της Παντάνασσας (Μοναστηράκι). Σ’ αυτό ίσως συνηγορεί και η, νεότερη βέβαια, τοιχογραφία της Μέλλουσας Κρίσης.

Βρίσκεται στην οδό Ευριπίδου 70. Είναι μικρή μονόκλιτη ξυλόστεγη βασιλική, που τοποθετείται στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Χαρακτηριστικό στοιχείο της είναι ο αρχαίος, με κορινθιακό κιονόκρανο, κίονας, που βρίσκεται στο Ιερό Βήμα και εξέχει από την στέγη. Η αγία Τράπεζα είναι εντοιχισμένη στην αψίδα του Ιερού Βήματος.

Η εκκλησία είναι αφιερωμένη στον άγιο Ιωάννη Πρόδρομο και εορτάζει στις 29 Αυγούστου. Οι παλαιοί Αθηναίοι πίστευαν πως ο Τίμιος Πρόδρομος έχει θαυματουργική ιδιότητα ως προς την ίαση από πυρετό. Αναφέρει παράδοση, που διέσωσε ο Δημ.  Κομπούρογλους: Ο Ιωάννης ο Πρόδρομος «στα τελευταία του έστησε μία κολώνα, και στο θεμέλιο της έδεσε όλες τις αρρώστιες με μετάξια λογιώ-λογιώ χρώματα, και τα έχωσ΄ εκεί βαθιά και από πάνω τους έβαλε την κολώνα και είπε: Σαν θα πεθάνω, όποιος αρρωστήσει, να έρθει να δέσει ένα μετάξι στην κολώνα τρεις κόμπους, με ότι χρώμα έχει η αρρώστια του, και να πει τρεις φορές: «Αϊ-Γιάννη μου, εγώ δένω την αρρώστια μου και η χάρη σου ναν τήνε λύσει», κ΄ ευθύς θα γιατρευτεί». Αυτονόητο είναι  ότι δοξασίες τέτοιες, που έχουν προχριστιανική προέλευση, δεν είναι θεολογικά ορθές.

Το 1917 δυτικά της εκκλησίας του Αγίου Ιωάννη και αριστερά στην οδό Ευριπίδου, σε οικόπεδο που ανασκαπτόταν για ανέγερση οικοδομής, βρέθηκε μωσαϊκό δάπεδο και χριστιανικά γλυπτά του 5ου αι. μ.Χ.

Η εκκλησία σήμερα είναι ενοριακό παρεκκλήσιο του Ναού του Αγίου Δημητρίου Ψυρρή.

Βρίσκεται στην οδό Αριστοφάνους 32 στη συνοικία Ψυρρή και είναι Μετόχι της Μονής της Χρυσολεόντισσας της Αίγινας. Πρόκειται για κεραμοσκεπή μονό-κλιτη βασιλική, που έχει, όπως και η Παναγία της Ρόμβης, σύνθετη στέγη, που απαρτίζεται από κυλινδρική καμάρα, που ανατολικά και δυτικά καταλήγει σε τεταρτοσφαίρια, που βαίνουν επάνω σε ημιχώνια. Είναι μία από τις τέσσερις εκκλησίες της βυζαντινής εποχής που έχουν την ίδια τεχνοτροπία κατασκευής και τοποθετούνται στην ίδια περίοδο (Ρόμβη, Παντάνασσα, Άγιοι, Ανάργυροι Παναγίου Τάφου). Από τις υπάρχουσες εικόνες χαρακτηριστική είναι η εικόνα του αγίου Διονυσίου, Αρχιεπισκόπου Αιγίνης, του εκ Ζακύνθου.

Βρίσκεται στην οδό Αγίων Αναργύρων 19, και περικλείεται από τις οδούς Τάκη, Ρήγα Παλαμήδη και Κατσικογιάννη. Ανήκει στον μοναδικό στην Ελλάδα τύπο του σταυροειδούς ναού με διπλοθολικό τρούλο, και στην αρχική του μορφή ήταν κτίσμα του 11ου αι. Το 1908, λόγω των ενοριακών αναγκών, μεγεθύνθηκε, με αποτέλεσμα να παραμορφωθεί αισθητά.

Κατά την παράδοση, στις κρύπτες του στα χρόνια της Επανάστασης του 1821 αποθηκεύονταν πολεμοφόδια, ενώ η ίδια η εκκλησία αποτελούσε και τόπο συνάντησης αγωνιστών, εξαιτίας μάλιστα του γεγονότος αυτού η γειτονική πλατεία ονομάστηκε «Πλατεία Ηρώων». Στην εκκλησία των Αγίων Αναργύρων είχε ταφεί και ο φρούραρχος της Ακρόπολης Παναγιώτης Κτενάς, που βρήκε ηρωικό θάνατο στις 10 Ιουνίου 1822, επάνω μάλιστα στον τάφο είχε χαραχθεί το επίγραμμα: «Ἑλλήνων νίκης ἄγγελος ἔπαθες ξένον πάθος».

Επίσης, σύμφωνα με ευσεβή παράδοση, στην εκκλησία υπηρέτησε ως διάκονος μεταξύ των ετών 1882-1885 και ο άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως. Στα τέλη του 19ου αι. και στις αρχές του 20ου κατά καιρούς στην εκκλησία λειτουργούσε και εξομολογούσε και ο άλλος άγιος, ο Παπα-Νικόλας Πλανάς (†1932), ενώ εκκλησιάζονταν τακτικά και ενίοτε έψαλλαν και οι Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και Αλέξανδρος Μωραϊτίδης. Μάλιστα, στη γωνία των οδών Σαρρή και Αγίων Αναργύρων βρισκόταν και το παντοπωλείο των Αδελφών Βασιλείου και Δημητρίου Καχριμάνη, όπου σύχναζε ο Παπαδιαμάντης και όπου έγραψε εκλεκτές σελίδες του λογοτεχνικού του έργου.

Βρίσκεται στη συνοικία Ψυρρή και στην οδό Χριστοκοπίδου 2, κοντά στην εβραϊκή συνοικία. Στη θέση της υπήρχε εκκλησία των μεταβυζαντινών χρόνων, που ανήκε στην επιφανή οικογένεια Κοπίδη (Χριστός του Κοπίδη = Χριστοκοπίδης). Σύμφωνα με τις υπάρχουσες πηγές, η εκκλησία είχε και υπόγεια κρύπτη (είδος κατακόμβης) με τοιχογραφίες, ενώ στα έτη γύρω στο 1570 η εκκλησία ήταν κέντρο κοινωνικής μέριμνας της αγίας Φιλοθέης προς τους κατοίκους της συνοικίας. Μετά την Απελευθέρωση, αφού αποκαταστάθηκε από τον αρχιτέκτονα Χριστιανό Χάνσεν η στέγη του, που είχε καταρρεύσει εξαιτίας των πολεμικών επιχειρήσεων, στέγασε προσωρινά τον Άρειο Πάγο, μάλιστα μνημονεύεται ότι στα εγκαίνια της εκεί λειτουργίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου λειτούργησαν επτά αρχιερείς και παρέστη η βασίλισσα Αμαλία, ιστάμενη σε θρόνο, στο σημείο όπου σήμερα βρίσκεται αστέρας με 16 ακτίνες. Ο ξυλόγλυπτος θρόνος φυλάσσεται ως σήμερα στην εκκλησία (στο ιερό Βήμα).

Εξαιτίας της αύξησης του αριθμού των ενοριτών, γύρω στα 1880 στη θέση της παλαιάς εκκλησίας οικοδομήθηκε ο σημερινός ναός, που είναι τρίκλιτη βασιλική με τρούλο, με τη διαφορά ότι αντί κιόνων έχει πεσσούς. Επίσης, στα δύο άκρα της δυτικής πλευράς κατασκευάστηκαν δύο πυργοειδή κωδωνοστάσια. Από την παλαιά εκκλησία διασώζεται η Αγία Τράπεζα, που είναι μαρμάρινη παλαιοχριστιανικής προέλευσης και στηρίζεται επάνω σε κιονίσκο, όπως επίσης διασώζεται και τμήμα του βορείου τοίχου. Επίσης σώζονται και μερικές παλαιές φορητές εικόνες (π.χ. Άγιος Σπυρίδων, Άγιος Παντελεήμων, Αποτομή Τιμίας Κεφαλής του Προδρόμου κ.α.). Οι υπάρχουσες τοιχογραφίες είναι του τέλους του 19ου αι. και των αρχών του 20ου. Από αυτές σημειώνουμε τον εξαίρετο Παντοκράτορα και την Πλατυτέρα της αψίδας του Ιερού Βήματος, όπου η Θεοτόκος εικονίζεται ένθρονη, με ένα γονατιστό άγγελο στα δεξιά και ένα στα αριστερά της. Τα εγκαίνια της νέας εκκλησίας έγιναν το 1912. Όπως στους Αγίους Αναργύρους, έτσι και στην εκκλησία αυτή εκκλησιαζόταν πολλές φορές ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ο οποίος έμεινε κατά καιρούς στις γειτονικές οδούς Τάκη και Σαρρή. Του μεγάλου διηγηματογράφου μας Αφιέρωμα στον ναό της Γέννησης του Χριστού είναι η τοιχογραφία του βορείου κλίτους, που εικονίζει τους προφήτες Ηλία και Ελισαίο.

Η εκκλησία αυτή σήμερα είναι από τις πιο κομψές και τις πιο περιποιημένες εκκλησίες της Ιεράς Αρχιεπισκοπής. Ήδη η 1η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, με το έγγραφο της αριθ. 6939 π.ε./15-1-2003 προς το Υπουργείο Πολιτισμού, προτείνει, «λόγω της ιστορικής και καλλιτεχνικής αξίας του Ι. Ν. Γεννήσεως του Χριστού», «την κήρυξή του ως κτίσματος χρήζοντος ειδικής κρατικής προστασίας, σύμφωνα με το άρθρο 50 παραγρ. 4 του Ν. 3028/2002 «Για την Προστασία των Αρχαιοτήτων και εν γένει της Πολιτιστικής Κληρονομιάς».

Μέσα στα όρια της περιοχής που περικλείεται από την Πλατεία Συντάγματος και τις οδούς Σταδίου, Δραγατσανίου, Ευριπίδου, Πειραιώς, Ερμού, Ευαγγελιστρίας και Μητροπόλεως, και στην οποία βρίσκονται οι παραπάνω εκκλησίες που με συντομία παρουσιάσαμε, παλαιότερα υπήρχαν ακόμα και οι έξης:

1. Παναγία η Ροδακιώτισσα, στη συμβολή των οδών Βουλής και Ερμού.

2. Παναγία τοϋ Άγγέλου, στην οδό Φωκίωνος, κοντά στη νότια πλευρά της οδού Ερμού. Ανήκε στην οικογένεια Μπενιζέλου.

3. Άγνωστη, στη δυτική πλευρά της οδού Ευαγγελιστρίας, μεταξύ των οδών Ερμού και Μητροπόλεως, απέναντι ακριβώς από το Υπουργείο.

4. Αγία Σιών, στο οικοδομικό τετράγωνο που σχηματίζουν οι οδοί Ερμού, Ευαγγελιστρίας, Περικλέους και Καλαμιώτου, απέναντι από την Παναγία τη Ρόμβη.

5. Άγιος Νικόλαος η Άγιος Μάρκος, κοντά στην ανατολική πλευρά της οδού Κολοκοτρώνη και Μιλτιάδου.

6. Σωτήρ, στην οδό Αγίου Μάρκου, αριθ. 11. Σωζόταν ως το 1923.

7. Άγιος Αθανάσιος Ψυρρή, στην πλατεία, όπου συναντώνται οι οδοί Αγίων Αναργύρων και Αριστοφάνους (Ηρώων). Κατεδαφίσθη το 1856.

8. Αγία Μαύρα – Άγιος Τιμόθεος, στην οδό Αθηνάς, μεταξύ των οδών Βύσσης και Καίρη. Εικόνα τους υπάρχει στον γειτονικό ναό του Αγίου Δημητρίου Ψυρρή.

9. Παναγία τον Μπάμπαρη, κοντά στην εκκλησία της Αγίας Μαύρας.

10. Αγία Παρασκευή, στην οδό Βορέα, κοντά στην οδό Καρόρρη.

11. Άγιος Νικόλαος του Κτενά ή του Βοριά, στο ανατολικό μέρος της οδού Αθηνάς, στη συμβολή των οδών Βορέα και Βύσσης.

12. Αγία Παρασκευή, στην νοτιοανατολική γωνία των οδών Αγίων Αναργύρων και Λεπενιώτη.

13. Αγία Παρασκευή, στη βόρεια γωνία των οδών Μύκωνος και Αισώπου, στου Ψυρρή.

14. Σωτήρ, στην οξεία γωνία των οδών Θέμιδος και Μιαούλη.

15. Αγία Θέκλα, μεταξύ των οδών  Ερμού, Αγίας Θέκλας και Κέβητος. Λεγόταν και «Αγία του Οικονόμου», από το όνομα του κτίτορος Ιωάννου Οικονόμου, ενός των γερόντων της ενορίας, ή του επί μακρά έτη εφημερίου της Βαρθολομαίου, που είχε το οφίκιο του Οικονόμου. Η εφέστιος εικόνα της εκκλησίας, που στη διάρκεια της Επανάστασης του 1821 είχε μεταφερθεί για διάσωση στη Σαλαμίνα, σήμερα προσκυνείται στην Παντάνασσα Μοναστηρακίου.

16. Σωτήρα του Δικαίου, στη νότια γωνία των οδών Ήβης και Αποστόλη.

17. Αγία Ελεούσα (Παναγία), στην οδό Αγίας Ελεούσης 6 (πρώην Κακουργιοδικείο).

18. Άγιος Δημήτριος ο Τζιρίτης, στην ανατολική γωνία των οδών Ευπόλιδος καιΑπελλού (κοντά στην πλατεία Δημαρχείου).

19. Άγιοι Απόστολοι, στη βορειοδυτική γωνία των οδών Αρμοδίου και Αριστογείτονος, κοντά στην Αγορά.

20. Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, στη συμβολή των οδών Θεάτρου και Σωκράτους και

21. Αγία Τριάδα Κεραμεικού, στην οδό Πειραιώς 67β΄, δίπλα στη νεώτερη ομώνυμη εκκλησία, όπου βρίσκεται η Αγία Τράπεζα. Ήταν Μετόχι της Μονής Καισαριανής. Ήταν σταυρεπίστεγος ναός των χρόνων της Τουρκοκρατίας. Κατεδαφίστηκε το 1957. Ο νέος ναός θεμελιώθηκε το 1940, ημιτελής ως το 1954. Εγκαινιάστηκε στις 12-12-1955 από τον τότε επίσκοπο Ευρίπου (κατόπιν Ζακύνθου) Αλέξιο.

Παλαιές εκκλησίες υπήρχαν και στις θέσεις όπου βρίσκονται σήμερα οι εκκλησίες του Αγίου Γεωργίου Καρύτση (στην ομώνυμη πλατεία), της Παναγίας της Χρυσοσπηλιώτισσας (οδός Αιόλου 60), της Αγίας Ειρήνης (οδός Αιόλου 36) και του Αγίου Δημητρίου (στου Ψυρρή), για τις οποίες όμως θα γίνει λόγος στο Ένθετο για τις «Νεότερες Μνημειακές Εκκλησίες των Αθηνών».

Βρίσκεται στην οδό Φιλελλήνων, μετά τον αριθ. 21.

Έχει προσανατολισμό ΒΑ και ανήκει στον λεγόμενο οκταγωνικό τύπο του βυζαντινού ρυθμού, δηλαδή ο πολύ μεγάλος τρούλος του, που καλύπτει ολόκληρο το κέντρο του ναού, δεν στηρίζεται σε τέσσερις κίονες αλλά σε οκτώ πεσσούς (τετράγωνους κτιστούς στύλους), που σχεδόν τον χωρίζουν σε μικρά διαμερίσματα. Πρόκειται για ένα βαρύ και επιβλητικό οικοδόμημα. Οι εξωτερικοί τοίχοι είναι κτισμένοι με ορθογώνιους λείους πώρινους λίθους, ενώ οι οριζόντιοι και οι κατακόρυφοι αρμοί είναι με λεπτά τούβλα σε διπλές σειρές (πλινοπερίβλητο η πλινοπερίκλειστο σύστημα).

Στη βόρεια και τη δυτική πλευρά υπάρχει ζωφόρος με κουφικές διακοσμήσεις, δηλαδή με εγχάρακτες διακοσμήσεις που μιμούνται γράμματα του παλαιοαραβικού αλφαβήτου (που ονομάστηκε κουφικό από την πόλη Κουφά της Αιγύπτου, όπου αναπτύχθηκε τον 7ο αι. μ.Χ.). Η ζωοφόρος αυτή πλαισιώνεται με οδοντωτές ταινίες. Στην ανατολική πλευρά σχηματίζονται τρεις αψίδες, που εξωτερικά είναι τρίπλευρες και εσωτερικά ημικυκλικές. Η εκκλησία φωτίζεται και από μεγάλα και άλλα μικρότερα αψιδωτά δίλοβα και μονόλοβα παράθυρα, που υπάρχουν σε δύο επίπεδα (ορόφους) στη βόρεια και νότια πλευρά και στις αψίδες του Ιερού Βήματος.

Στη δυτική πλευρά υπάρχουν τρεις ορθογώνιες θύρες με μαρμάρινα πλαίσια και αψίδα με τούβλα. Από δύο ανάλογες θύρες υπάρχουν στη βόρεια και τη νότια πλευρά. Εσωτερικά το Ιερό Βήμα, που επικοινωνεί με την Πρόθεση και το Διακονικό με ψηλές και λεπτές αψίδες, χωρίζεται από τον κυρίως Ναό με υψηλό, κατά τα ρωσικά πρότυπα, τέμπλο. Έχουν επίσης διαμορφωθεί δύο παρεκκλήσια, αριστερά του Αγίου Νικόδημου, του Νυκτερινού μαθητή του Κυρίου (εορτάζει την Κυριακή των Μυροφόρων) και δεξιά του Αγίου Νικολάου, επισκόπου Μύρων της Λυκίας.

Στη βόρεια, τη δυτική και νότια πλευρά υπάρχει υπερώο. Ως προς τα Ιστορικά της εκκλησίας σημειώνουμε τα έξης: Δύο επιγραφές, χαραγμένες στον εσωτερικό νότιο τοίχο και που σήμερα προστατεύονται από ειδικό πλαίσιο με τζάμι, μας οδηγούν στη χρονολόγηση της ανέγερσης του στις αρχές του 11ου αιώνα. Αναφέρει η μία επιγραφή, που βρίσκεται δίπλα στην τοιχογραφία του Πρωτομάρτυρα Στεφάνου:  «Ενταύθα κείται Στέφανος ο πρωτοκτίτωρ έτους τ… τη τετάρτη του μηνός του Δεκεμβρ. Ινδικτιώνος έτους, σφνγ’ (=6553 από κτίσεως κόσμου, 1044 μ.Χ.). Η άλλη αναφέρει τον θάνατο του Επιφανίου Λύκου τον Δεκέμβριο του 1051. Γι’ αυτό και η εκκλησία παλιά λεγόταν «Σώτειρα του Λυκοδήμου» (ήταν αφιερωμένη στην Παναγία τη Σώτειρα), ενώ σύμφωνα με τον Κ. Πιττάκη ήταν εκκλησία του Άγιου Νικόδημου και πήρε την προσωνυμία «του Λυκοδήμου», γιατί είχε θεμελιωθεί επάνω σε ναό του Λυκείου Απόλλωνα.
Ακόμα, (κατά την παράδοση) χτίστηκε στη θέση παλαιότερης εκκλησίας, που είχε ανεγείρει η βυζαντινή αυτοκράτειρα Ειρήνη η Αθηναία (780-802). Πάντως ήταν Καθολικό γυναικείου μοναστηρίου, το όποιο στη Φραγκοκρατία (1204) κατέλαβαν ρωμαιοκαθολικοί Βενεδικτίνοι μοναχοί, που το κράτησαν ως το 1669, οπότε έγινε πάλι Ορθόδοξο, ανδρικό τώρα, μοναστήρι. Το 1701 τα κελλιά κατέπεσαν από σεισμό αλλά ξαναχτίστηκαν. Το 1778 ο Χατζή Χασεκής κατεδάφισε πολλά διαμερίσματα του και χρησιμοποίησε τα υλικά για την ύψωση του τείχους της πόλης. Έκτοτε το μοναστήρι έγινε Μετόχι της Μονής Καισαριανής. Από τα πολεμικά γεγονότα της Επανάστασης, και ιδίως από τους βομβαρδισμούς των πολιορκημένων το 1821 στην «Ακρόπολη Τούρκων, η εκκλησία υπέστη τεράστιες φθορές, ο τρούλος και η βορειοανατολική πλευρά είχαν σχεδόν μισογκρεμιστεί, και όπως σημειώνει ο Κώστας Μπίρης, «διετηρούντο εν τούτοις εις καλήν κατάστασιν το υπόλοιπον κτίριον και, εις το εσωτερικόν του, το μεσαιωνικόν τέμπλον, τοιχογραφίαι και επιγραφαί».

Τον Μάρτιο του 1847, μετά από αίτημα της ρωσικής πρεσβείας, η εκκλησία παραχωρήθηκε στη ρωσική παροικία των Αθηνών, η οποία, χάρη στον ζήλο και στις ενέργειες του ρώσου αρχιμανδρίτη και καθηγητή της Ακαδημίας του Κιέβου Αντωνίνου, δεν κατεδαφίστηκε, όπως πρότειναν μερικοί, αλλά αναστηλώθηκε. Το έργο του σχεδιασμού της αναστήλωσης είχαν ο απεσταλμένος του Τσάρου Νικολάου Α’ ρώσος αρχιτέκτονας Ιβάν Στρομ, ο έλληνας Τηλέμαχος Βλασσόπουλος και ο γάλλος Φρανσουά Μπουλανζέ. Οι εργασίες άρχισαν τον Δεκέμβριο του 1850 και συνεχίστηκαν ως τον Απρίλιο του 1851, για να συνεχιστούν, μετά από μία διακοπή έντεκα μηνών για τεχνικούς λόγους, τον Μάρτιο του 1852 και να ολοκληρωθούν στα τέλη του 1855. Το μνημείο αποκαταστάθηκε στην παλιά του μορφή, υπέστη όμως κάποιες μικρές αλλοιώσεις. «Επίσης αντικαταστάθηκε το παλαιό λίθινο τέμπλο με νέο πολύ υψηλό και υψώθηκε το βυζαντινής μορφής καμπαναριό, που και αυτό περιτρέχει, νεώτερη φυσικά, κουφική ζωφόρος, απομίμηση εκείνης της εκκλησίας. Η όλη δαπάνη, που την κάλυψε η Ρωσία, υπολογίζεται ότι ανήλθε στο ποσόν των 14.995 δραχμών της εποχής εκείνης.
Στη διάρκεια των εργασιών επισκευής, όπως γράφει αναλυτικά ο αρχιμ. Αντωνίνος, ανακαλύφθηκε κάτω από το δάπεδο της εκκλησίας και σε βάθος πέντε μέτρων καλυμμένη δεξαμενή, ενταγμένη στο περίφημο αρχαίο Πεισιστράτειο υδραγωγείο, από την οποία έπαιρνε νερό το Λουτρό της οδού Ναυάρχου Νικόδημου.
Επειδή από τον παλαιό τοιχογραφικό διάκοσμο, που σωζόταν πλήρης ως την «Επανάσταση του 1821, δεν απέμειναν σημαντικά πράγματα, τη νέα αγιογράφηση έκανε ο γιος του γερμανού φιλέλληνα Θείρσιου, Λούντβιχ Τιρς (1825-1909). Από τις τοιχογραφίες σημειώνουμε εκείνη του Αποστόλου Παύλου, στον όποιο ο άπειρος ορθόδοξης τέχνης ζωγράφος έδωσε τα χαρακτηριστικά του βασιλιά Όθωνα! Τα εγκαίνια έγιναν το 1855 και η εκκλησία καθιερώθηκε στο όνομα της Αγίας Τριάδας. Οι Ιερές Ακολουθίες τελούνται στα ελληνικά και ρωσικά.

Από τα κειμήλια της εκκλησίας επισημαίνουμε τη φορητή εικόνα του Αγίου Νικολάου, αφιέρωμα της βασίλισσας Όλγας, και άλλες που έφεραν Ρώσοι μετά την Επανάσταση του 1917, ιερά άμφια κ.λπ.

Όταν πριν από μερικά χρόνια γινόταν εκσκαφή των θεμελίων του μεγάρου Μποδοσάκη (Αμαλίας 20), βρέθηκε το νεκροταφείο του μοναστηρίου. Το 1960 απαλλοτριώθηκε το οικόπεδο του κατεδαφισθέντος μεγάρου Κ. Σταθάτου (Αμαλίας 22) και διαμορφώθηκε σε μικρή πλατεία, και έτσι η εκκλησία ανέπνευσε κάπως από τις γύρω οικοδομές και αναδείχθηκε.

Βρίσκεται στην Πλάκα, στη συμβολή των οδών Κυδαθηναίων και Σωτήρος.

Στην πρώτη της μορφή, όπως και η Αγία Αικατερίνη της Πλάκας, άνηκε στον τύπο του βυζαντινού απλού τετρακιόνιου εγγεγραμμένου σταυροειδούς με τρούλο ναού, δηλαδή ο τρούλος του κυρίως ναού στηρίζεται σε τέσσερις κίονες, δημιουργώντας ένα τετράγωνο κάτω.

Η ανατολική πλευρά του Ιερού Βήματος σχηματίζει τρεις ημικυκλικές αψίδες, κτισμένες σύμφωνα με το πλινθοπερίκλειστο(βλητο) σύστημα. Η μεσαία αψίδα φωτίζεται από τρία αψιδωτά μονόλοβα παράθυρα, ενώ οι άλλες δύο από ένα. Εξωτερικά η στέγη σχηματίζει σταυρό με ίσες τις τέσσερις κεραίες, ενώ τον τρούλο στο κέντρο του τον χαρακτηρίζει μία ελαφρότητα. Τα παράθυρα του είναι αψιδωτά μονόλοβα. Κτίστηκε το πρώτο ήμισυ του 11ου αιώνα (1000-1050), πιθανόν επάνω σε παλαιότερο ναό, πήρε το όνομα του πιθανότατα από τον κτίτορά της, Κοτάκη στο επώνυμο, και ήταν αφιερωμένη στη Σώτειρα Παναγία.

Και αυτή εκκλησία υπέστη φθορές το 1821-1827. Το 1847 και ως το 1855, παραχωρήθηκε στη ρωσική πρεσβεία για την επιτέλεση των θρησκευτικών αναγκών των Ρώσων των Αθηνών. Αυτοί την επισκεύασαν και τη μεγάλωσαν μερικά τετραγωνικά μέτρα, γκρεμίζοντας, για να υπάρχει επικοινωνία, τους εξωτερικούς τοίχους και προσθέτοντας καμαροσκέπαστα κλίτη βόρεια, νότια και δυτικά, δεδομένου ότι η παλαιά έφθανε ως τον σημερινό άμβωνα. Για την επέκταση χρησιμοποιήθηκαν πέτρες από το τείχος του Χασεκή και η όλη δαπάνη ανήλθε στις 14.954,80 δρχ της εποχής εκείνης. Εξήντα περίπου χρόνια αργότερα, το 1908, έγινε και νέα επέκταση και η εκκλησία πήρε τη σημερινή της μορφή, έγινε δηλαδή τρίκλιτη καμαροσκέπαστη βασιλική με τρούλο. Εξωτερικά πάντως εύκολα διακρίνεται η αρχική της μορφή. Το 1917 έγινε και η επέκταση δυτικά ως το σημερινό σημείο. Τότε προστέθηκαν και τα δύο καμπαναριά.

Στη σημερινή της μορφή η εκκλησία είναι τρισυπόστατη, έχει δηλαδή και δύο παρεκκλήσια, δεξιά του Αγίου Γεωργίου (στο όποιο, κάτω από τη μωσαϊκή εικόνα του Αγίου Αποστόλου Ανδρέα του Πρωτοκλήτου σώζεται μισό μαρμάρινο σκαλιστό θωράκιο του παλαιού τέμπλου), και αριστερά του Αγίου Δημητρίου (στο οποίο έχει τοποθετηθεί η εικόνα της Παναγίας της Οδηγήτριας, έργο του 16ου αι., προσφορά της οικογένειας Κ. Θεοφίλη). Το σημερινό από πεντελικό μάρμαρο τέμπλο, περίπου παλαιοχριστιανικής μορφής, είναι έργο του Μ. Σκαρή και κατασκευάστηκε κάτω από την επίβλεψη του βυζαντινολόγου Καθηγητή του Πανεπιστήμιου και Ακαδημαϊκού Αν. Ορλάνδου.

Οι σωζόμενες τοιχογραφίες της παλαιάς εκκλησίας (Παντοκράτορας κ.λπ.) τοποθετούνται στον 18ο αι., ενώ στο προσκυνητάρι σώζεται παλαιά φορητή εικόνα της Παναγίας, που επονομάζεται της «Νέας Κυράς» και που τοποθετείται στον 14ο αι., και στο πρόσωπο της έχει γίνει κάποια επιζωγράφιση από τον φημισμένο αγιογράφο ιερέα Εμμανουήλ Τζάνε (1610-1690), στον όποιο κάποιος σύγχρονος του, εξαίροντας την τέχνη του, του έγραφε: « Δεν χρωματίζεις, αμή εμψυχώνεις κάθε σανίδων και δεν χύνεις μόνον επάνω ταις βαφαίς, αμή με τούτες στάζεις και ζωήν ». Η Πλατυτέρα του Ιερού Βήματος είναι έργο του 1870. Οι αγιογραφίες στα ξυλόγλυπτα Βημόθυρα είναι έργα του Δ. Πελεκάση. Από τις σπουδαίες φορητές εικόνες που σώζονται στην εκκλησία, έκτος από εκείνη της Οδηγήτριας, σημειώνουμε τις εικόνες του αγίου Σπυρίδωνος, σε θαυμάσιο επτανησιακό ξυλόγλυπτο προσκυνητάρι, του Αγίου Βησσαρίωνος, επισκόπου Λαρίσης (†1540) κ.α. Επίσης, φυλάσσονται αποτμήματα Ιερών Λειψάνων πολλών αγίων, όπως π.χ. του Αποστόλου  Ανδρέα.

Στην εκκλησία χειροτονήθηκε διάκονος ο άγιος παπα-Νικόλας ο Πλανάς, ο όποιος μάλιστα για κάποια χρόνια έμενε απέναντι από την εκκλησία, στο στενό της οδού Σωτήρος, ενώ υπηρέτησε ως διάκονος ο αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός (+1949). Επίσης κήρυξαν κατά καιρούς ο Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων, ο Πανάρετος Δουληγέρης κ.α.

Στον μικρό κήπο που βρίσκεται στη δυτική πλευρά του ναού, σώζεται μαρμάρινη βρύση του 17ου αι. (με ανάγλυφη παράσταση τρίτωνα και τρίαινας), από την όποια υδρευόταν ολόκληρη η συνοικία. Επίσης, στη δυτική αυλή κείτονται και μερικά αρχαία αρχιτεκτονικά μέλη.

Βρίσκεται στην Πλάκα, μεταξύ των οδών Χαιρεφώντος, Λυσικράτους, Γαλανού και Γκούρα, και έχει χτιστεί επάνω σε ερείπια αρχαίου Ιερού της Άρτεμης.

Ανήκε, όπως και η γειτονική της εκκλησία της Μεταμόρφωσης (Σώτειρα του Κοτάκη), στον τύπο του απλού τετρακιόνιου εγγεγραμμένου σταυροειδούς βυζαντινού ρυθμού, και υπέστη την ίδια τύχη.

Η στέγαση του κεντρικού τμήματος, πριν την επισκευή του, εξωτερικά και εσωτερικά σχημάτιζε σταυρό. Τον ναό περιέτρεχε οδοντωτή ταινία από τούβλα. Το Ιερό Βήμα, στην ανατολική του πλευρά καταλήγει και εδώ σε τρεις πλινθοπερίβλητες αψίδες, από τις όποιες η μεσαία έχει τρία συνεχόμενα μονόλοβα αψιδωτά πλινθοπερίβλητα παράθυρα, ενώ οι άλλες δύο από ένα μονόλοβο. Η μαρμάρινη «Αγία Τράπεζα στηρίζεται σε ενεπίγραφο κομμάτι στύλου της κλασικής εποχής.

Η ανέγερση της τοποθετείται στο δεύτερο τέταρτο του 11ου αιώνα (1025-1050).  Το 1839, εξαιτίας των πολεμικών γεγονότων της Επανάστασης του 1821, ήταν και αύτη μισοερειπωμένη, επισκευάστηκε όμως για τις ανάγκες του εκκλησιάσματος, έγιναν προσθήκες στη βόρεια, νότια και δυτική πλευρά, οπότε χρειάστηκε, για την επικοινωνία των πιστών, να ανοιχθούν και δίοδοι στους τοίχους. Το 1927 επισκευάστηκε και ο τρούλος, ο όποιος όμως έγινε κατά τι ψηλότερος. Σήμερα η εκκλησία είναι τρισυπόστατη, με το δεξιό παρεκκλήσιο αφιερωμένο στον άγιο Αντώνιο και το αριστερό στην αγία Σοφία και τις τρεις θυγατέρες της.

Παλαιότερα ο ναός ήταν αφιερωμένος στους αγίους Θεοδώρους. Όμως, στις 19 Φεβρουαρίου 1767, επειδή η εκκλησία ήταν σχεδόν μισοερειπωμένη, ο μητροπολίτης Αθηνών Βαρθολομαίος, με τη μεσολάβηση του Σιναΐτη πρωτοσυγκέλλου Ιωνά και με τη συγκατάθεση των προυχόντων, την χάρισε στο μοναστήρι της Άγιας Αικατερίνης του Όρους Σινά, ως Μετόχι, προκειμένου να μένουν σ’ αυτό όσοι Σιναΐτες πατέρες έρχονταν στην Αθήνα. Ο Ιωνάς επισκεύασε την εκκλησία, και στα εγκαίνια που τέλεσε ο παραπάνω μητροπολίτης, αφιερώθηκε στην προστάτιδα του Σινά Αγία Αικατερίνη. Ανάμνηση του γεγονότος ότι παλαιότερα ήταν αφιερωμένος στους Αγίους Θεοδώρους αποτελεί η ασημένια εικόνα, που βρίσκεται στο τέμπλο, δίπλα (αριστερά) από αυτή της Αγίας. Οι Σιναΐτες με τον καιρό αγόρασαν και παρακείμενες εκτάσεις, συνολικής έκτασης 4 περίπου στρεμμάτων. Αυτοί φύτεψαν και τους φοίνικες, που υπάρχουν ακόμα στο προαύλιο της εκκλησίας. Το 1889 ο αρχιεπίσκοπος Σιναίου Πορφύριος Α’ δέχτηκε σχετικό αίτημα των ενοριτών και πούλησε στη μητρόπολη Αθηνών το Μετόχι περίπου στο μισό της αξίας του, και το αντικατέστησε με άλλο. Αξιόλογες είναι οι φορητές εικόνες που προσκυνούνται στον ναό: του Ιωάννου του Προδρόμου (έργο της Κρητικής Σχολής του 15ου αι.), της αγίας Αικατερίνης στο δεξιό μαρμάρινο προσκυνητάρι (λαϊκότροπο έργο του 17ου αι.), η ένθρονη Θεοτόκος στο αριστερό μαρμάρινο εικονοστάσι, και ο άγιος Σπυρίδων (έργο της Επτανησιακής Σχολής του 18ου αι.).

Στην εκκλησία εκκλησιαζόταν μετεπαναστατικά ο στρατηγός Μακρυγιάννης, ο οποίος έμενε εκεί κοντά (στη γωνία των οδών Μακρυγιάννη και Διάκου), είχε μάλιστα στην Άγια Αικατερίνη τοποθετήσει και τρεις εικόνες που προόριζε για την ιδιόκτητη εκκλησία της Αγίας Τριάδας της Χρυσοσπηλιώτισσας, που σχεδίαζε να χτίσει στο περιβόλι του σπιτιού του. Στην εκκλησία της αγίας Αικατερίνης, ακόμα, εφημέρευσε ο Μάρκος Τσακτάνης (1883-1924), ο οποίος ίδρυσε το πρώτο Κατηχητικό Σχολείο στην Εκκλησία της Ελλάδος, και διακόνησε ο κατόπιν Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας.

Στη εκκλησία φυλάσσονται, τέλος, ιερά λείψανα που έφεραν πρόσφυγες από τη Μ. Ασία. Ως το 1839, πιθανόν, σωζόταν και παλαιά εικόνα με τον βίο της Αγίας Αικατερίνης.

Στο δυτικό προαύλιο στη ρωμαϊκή εποχή λειτουργούσαν λουτρά. Στην άκρη του σώζονται αρχαίοι κίονες και επιστύλιο.

Ευρίσκεται δίπλα από την Αρχιεπισκοπή Αθηνών, στην οδό Ναυάρχου Νικόδημου 28, πριν τη συνάντηση της με την οδό της Άγιας Φιλοθέης. Λόγω του μικρού της μεγέθους, είναι γνωστή με το όνομα «Ρηνάκι» η «Άγια Ρηνούλα».

Με βάση σχετική μελέτη του παλαιού ιδιοκτήτη, του αείμνηστου Καθηγητή Αμίλκα Αλιβιζάτου, πρόκειται για μονόκλιτη βασιλική, με μεταγενέστερη ξύλινη στέγη, σκεπασμένη με κεραμίδια, που πιθανόν κτίστηκε επάνω σε άλλη παλαιότερη εκκλησία. Οι διαστάσεις είναι: μήκος 5,45, πλάτος 4,50 και μέγιστο ύψος (ως την οροφή) 4,15μ.

Προς την πλευρά της οδού του Ναυάρχου Νικόδημου είναι ημιυπόγειος, και εκεί το ύψος της είναι 1,95μ. Στη βόρεια και νότια πλευρά έχει από ένα μικρό αψιδωτό παράθυρο, που δημιουργήθηκαν μεταγενέστερα μετά από το κτίσιμο ως ένα ύψος των ανοιχτών αψίδων (καμάρων), που υπήρχαν.

Και οι δύο καμάρες υποβαστάζονταν από απλούς μαρμάρινους κίονες, με απλά τετράγωνα κιονόκρανα δωρικού ρυθμού. Σε όλο το πλάτος της παραστάδας της βόρειας καμάρας διασώζεται από τη μέση και επάνω (άλλοτε ήταν ολόσωμη) τοιχογραφία του 15ου η 16ου αι., που εικονίζει τον Ιωάννη τον Πρόδρομο, γεγονός που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν τέλειωνε στην άκρη της παραστάδας η οικοδομή της εκκλησίας (ο εξωτερικός εξογκωμένος τοίχος είναι μεταγενέστερος), και επομένως συνεχιζόταν αψίδα, που με άλλη αντίστοιχη στη νότια πλευρά θα σχημάτιζε σταυροειδή τύπο ναού ή, το πιθανότερο, συνέχιζε αψιδωτός διάδρομος, που οδηγούσε στο διπλανό μοναστηριακό συγκρότημα του Αγίου Ανδρέα.

Στο δάπεδο της νότιας καμάρας, μετά την απομάκρυνση των πρόσθετων υλικών που την είχαν κλείσει ως ένα ύψος, ανακαλύφθηκε σε άριστη κατάσταση το, ρωμαϊκής τέχνης, αυλάκι του παλαιού υδραγωγείου, που είχε ροή από τα ανατολικά προς τα δυτικά. Επομένως, ο χώρος που βρίσκεται το εκκλησάκι της Αγίας Ειρήνης αποτελούσε τμήμα του αρχαίου ρωμαϊκού λουτρού στο όποιο, σύμφωνα με τον Καμπούρογλου, πιθανόν να λούστηκαν, όταν σπούδαζαν στην Αθήνα, ο Μ. Βασίλειος και ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός.

Εξωτερικά στη δυτική πλευρά, επάνω από την αψιδωτή θύρα εισόδου, είναι εντοιχισμένο ένα βυζαντινό θωράκιο, που εικονίζει ένα σταυρό ανάμεσα σε φύλλα και ανθέμια.

Το 1968 ο Καθηγητής Αλιβιζάτος με διαθήκη του κληροδότησε τον ναό στην Ακαδημία Αθηνών, η όποια πρόσφατα (από την 1-1-2002, μετά από αίτημα του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου κ. Χριστοδούλου), τον παραχώρησε, μαζί με το παρακείμενο μικρό κτίσμα, έναντι μισθώματος και για πενήντα χρόνια στην Αρχιεπισκοπή, η οποία ήδη προγραμματίζει την επισκευή του από τις πολλές φθορές που έχει υποστεί. Μετά την επισκευή, θα αρχίσει να λειτουργείται περιοδικά και, μαζί με το γειτονικό κτίσμα που και αυτό θα επισκευαστεί, θα αποτελέσει πνευματικό πυρήνα της Εκκλησίας για τη νεότητα.

Βρίσκεται στον αύλειο χώρο του μεγάρου της Αρχιεπισκοπής Αθηνών, στην οδό Αγίας Φιλοθέης 19.

Ο Δ. Καμπούρογλου γράφει πως ήταν δρομικός ναός (βασιλική), που πρωτοϊδρύθηκε στους πρώτους αιώνες της επικράτησης του Χριστιανισμού στην Αθήνα. Γύρω στα 1550 η αγία Φιλοθέη (1522-1595) τον ανακαίνισε και τον έκανε καθολικό του μοναστηριού που ίδρυσε εκεί.

Όπως είναι γνωστό, η αγία Φιλοθέη (1522-1595) καταγόταν από την επιφανή οικογένεια Μπενιζέλου Παλαιολόγου και ήταν κόρη του Αγγέλου Μπενιζέλου, γι’ αυτό και στους Αθηναίους ήταν γνωστή με το όνομα «Κυρά του Αγγέλου» η «Κυρά των Αθηνών».

Το αρχοντικό τους σώζεται ως σήμερα στην οδό Αδριανού 96, και η χρήση του έχει παραχωρηθεί από το Υπουργείο Πολιτισμού στην Αρχιεπισκοπή, η οποία, αφού το επισκευάσει, θα στεγάσει σ’ αυτό τη Βιβλιοθήκη της.

Στο μοναστήρι της Αγίας, όπως είναι γνωστό, εύρισκαν καταφύγιο και μάθαιναν και τέχνες άπορες νέες της πόλης, χωρίς να έχουν την υποχρέωση να γίνουν μοναχές. Γι’ αυτό το μοναστήρι λεγόταν και «Παρθενώνας». Ακόμα σ’ αυτό λειτουργούσε γηροκομείο, νοσοκομείο και ορφανοτροφείο. Εδώ ας σημειωθεί τούτο: Ενώ οι νέες έμεναν σε περιποιημένα κελλιά, η άγια Φιλοθέη είχε για τον εαυτό της ένα ασκητήριο, που κατέβαινε με πολλά σκαλοπάτια κάτω από την επιφάνεια του εδάφους και έμενε εκεί για πολύ χρόνο και προσευχόταν.

Ως το 1821 στο ασκητήριο της σώζονταν το προσευχητάριο της, ένα σκοινί κρεμασμένο στον χαλκά και ο αργαλειός της με τα εξαρτήματα του. Το όλο συγκρότημα είχε σχήμα Π και στο μέσο υπήρχε τρίκογχη βασιλική του Άγιου Αποστόλου Ανδρέα του Πρωτόκλητου, όπου αργότερα τοποθετήθηκε και το άφθαρτο Ιερό Λείψανο της Άγιας.

Σχετικά με τις κατά καιρούς επισκευές της εκκλησίας και του μοναστηριού υπάρχουν αρκετές πληροφορίες. Το 1834, με τη μεταφορά της πρωτεύουσας στην Αθήνα, ο χώρος του μοναστηριού χρησιμοποιήθηκε ως στρατώνας. Αναφέρεται ότι επί Όθωνος στο ερειπωμένο μοναστήρι μονάχα μία η δύο γριές άναβαν το καντήλι της Κυράς. Το 1836 ο τελευταίος Επίτροπος της Μονής Σπυρίδων Μπενιζέλος παρέδωσε στον Επίσκοπο Αττικής τις φορητές εικόνες του μοναστηρίου, και εκείνος τις τοποθέτησε στην εκκλησία της Αγίας Ειρήνης (της οδού Αιόλου), αλλά καμιά δεν φαίνεται να σώθηκε από αυτές. Τότε μεταφέρθηκαν στο Βυζαντινό Μουσείο οι εικόνες του Ιησού και της Θεοτόκου του τέμπλου, έργα του Εμμανουήλ Τζάνε του 1664, καθώς και δύο τμήματα τοιχογραφιών της κόγχης επάνω από τη θύρα της εκκλησίας, που εικονίζουν τον Πρόδρομο να μαρτυρεί τον Ιησού (Ιω. 1,29) και τον Κύριο να περιπατεί στη θάλασσα της Γαλιλαίος, καθώς και δύο γυναικείες κεφαλές, που προέρχονταν από τις τοιχογραφίες της Τράπεζας του μοναστηρίου. Η μία από αυτές είναι της αγίας Αικατερίνης και θεωρείται πως ανήκει στα πρότυπα των μεγάλων κρητικών ζωγράφων. Το λείψανο της Αγίας κατετέθη από την οικογένεια Μπενιζέλου στην εκκλησία της Παναγίας της Γοργοεπηκόου (Άγιου Ελευθερίου), όπου σήμερα βρίσκεται το πρώτο εικόνισμα της. Αργότερα το Ιερό λείψανο μεταφέρθηκε στον σημερινό Μητροπολιτικό Ναό. Τότε χάθηκαν και τα παλαιά ιερά σκεύη.

Ας σημειωθεί ότι μερικές από τις τοιχογραφίες της Τράπεζας είχε αντιγράψει ο λόρδος Μπγιουτ και ο Τιρς (ο τελευταίος την Πλατυτέρα και την κεφαλή της Αγίας Αικατερίνης), ενώ αντίγραφο της Μετάληψης έκανε στον Ανακτορικό Ναό της Πετρούπολης.

Αργότερα ο χώρος περιήλθε στο Δημόσιο, και από αυτό τον παρέλαβε ο μητροπολίτης Αθηνών Γερμανός Καλλιγάς (1889-1896), ο όποιος κατεδάφισε όλα τα μισοερειπωμένα κτίσματα και ανήγειρε μητροπολιτικό (αρχιεπισκοπικό) και συνοδικό μέγαρο, που στερούνταν η Εκκλησία και ήταν αναγκασμένη να αναζητεί κτίρια για ενοικίαση και στέγαση. Στη θέση της εκκλησίας έχτισε τη σημερινή εκκλησία του Αγίου Ανδρέα. Τα έργα του Μητροπολιτικού οίκου ολοκληρώθηκαν τον Νοέμβριο του 1892 (ξοδεύτηκαν 123.790,39 δρχ., από τις όποιες οι 45.627,39 δρχ. ήταν προσφορά του μητροπολίτη), και του Συνοδικού Μεγάρου τον Μάιο του 1894 και ξοδεύτηκαν 71.295,65 δρχ., από τις όποιες τις 23.595,65 δρχ. κατέβαλε εξ ιδίων ο Γερμανός. Τα εγκαίνια του Συνοδικού Μεγάρου έγιναν στις 3 Ιουνίου 1894.

Ο Αρχιεπισκοπικός οίκος επισκευάσθηκε το 1958 επί αρχιεπισκόπου Θεοκλήτου του Β’, του εκ Δημητσάνης, ενώ επί αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου του Τηνίου, τα Συνοδικά γραφεία μεταστεγάστηκαν στην παρά το Θεραπευτήριο «Ευαγγελισμός» Μονή Πετράκη, και στους χώρους που αυτά κατείχαν, εγκαταστάθηκαν Υπηρεσίες της Ι. Αρχιεπισκοπής.

Η νέα εκκλησία έχει διαστάσεις μήκος 13 και πλάτος 11 μ. περίπου και είναι εξωτερικά ρυθμού τρίκλιτης βασιλικής και εσωτερικά βυζαντινού ημισύνθετου τετρακιόνιου (ο εσωτερικός ψευδότρουλος στηρίζεται σε τέσσερις κίονες και το Ιερό Βήμα σε δύο πεσσούς (κτιστές ορθογώνιες κολόνες). Στον ανατολικό τοίχο του ιερού έχουν διαμορφωθεί τρεις αψίδες. Οι αγιογραφίες, λόγω της φθοράς που είχαν υποστεί, αποκαταστάθηκαν τον Μάιο του 1999, με τη μέριμνα του αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου, από τον Αναστάσιο Μαργαριτώφ.

Ακόμα, στον πρώτο όροφο του Αρχιεπισκοπικού οίκου, έχει διαμορφωθεί Μικρό Παρεκκλήσιο επ΄ ονόματι του αγίου Αποστόλου Παύλου, απαραίτητο για τις καθημερινές λατρευτικές ανάγκες του εκάστοτε Ποιμενάρχη των Αθηνών.

Περί το 1970, επί μακαριστού Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου, σε χώρο των γραφείων Νεότητας, στο ΒΔ ισόγειο του κεντρικού κτιρίου της Αρχιεπισκοπής, ανακαλύφθηκε και καλλωπίστηκε το πηγάδι του παλιού μοναστηριού, ενώ το ασκητήριο της Οσιομάρτυρος βρίσκεται κάτω από το δάπεδο του Ναού και του βορείου τμήματος της αυλής και σε απόσταση από το σημείο όπου έχει εδώ και εκατό χρόνια τοποθετηθεί η επιγραφή «ΑΡΧΑΙΑ ΚΡΥΠΤΗ». Ίσως πρέπει κάποτε να αναδειχθεί. Όταν στα 1892 καθαριζόταν ο χώρος για την ανέργεση της νέας εκκλησίας του Αγίου Ανδρέα, βρέθηκε πλάκα από πεντελικό μάρμαρο, διαστάσεων 0,50 x 0,31 και παχ. 0,21 μ., με επιγραφή της περιόδου 440-430 π.Χ. που αναφερόταν σε δημόσια κατασκευή.

Μέσα στα όρια της περιοχής που περικλείεται από τις οδούς Φιλελλήνων, Απόλλωνος, Μπενιζέλου, Αδριανού, Φλέσσα, Τριπόδων, Σέλλεϋ, Λυσικράτους και Αμαλίας και που βρίσκονται οι παραπάνω εκκλησίες, παλαιότερα, σύμφωνα με μελέτη του Κώστα Μπίρη, υπήρχαν ακόμα και οι εξής:

1) Παναγία ή Κυρά του Καντήλη, εκεί όπου σήμερα είναι η οικοδομή Λυσικράτους 2,

2) Άγιος Αντώνιος, κοντά στη νότια πλευρά της οδού Γκούρα,

3) Άγιος Αθανάσιος, στη νότια πλευρά της οδού Θαλού,

4) Άγιος Ασώματος, εκεί όπου σήμερα είναι η πολυκατοικία της οδού Φαρμάκη 4,

5) Άγιος Νικόλαος του Κοντίτου, στη δυτική γωνία της πλατείας Φιλομούσου Εταιρίας, δίπλα στην οδό Κυδαθηναίων,

6) Σωτήρ, στη δυτική πλευρά της οδού Πιττακού, μεταξύ των οδών Θαλού και Περιάνδρου,

7) Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, δίπλα στην ανατολική γωνία των οδών Δαιδάλου και Περιάνδρου,

8) Άγιοι Θεόδωροι, στην οδό Νίκης, λίγο βόρεια της οδού Ναυάρχου Νικόδημου, περίπου στον αριθ. 29,

9) Άγιοι Ανάργυροι, δίπλα στην ανατολική πλευρά της οδού Υπερείδου, μεταξύ των οδών Σωτήρος και Αγγ. Γέροντα,

10) Παναγία η Κιμινιάτισσα η Μισοσπουρίτισσα, στην ανατολική γωνία των οδών Αγγελικής Χατζημιχάλη (πρώην Υπερείδου) και Αγγ. Γέροντα,

11) Παναγία η Δουβέργαινα, στην νότια πλευρά της οδού Χιλλ,

12) Παναγία η Ροδίτισσα ή Φανερωμένη, στο οικοδομικό τρίγωνο μεταξύ των οδών Αδριανού, Αγίας Φιλοθέης και Αγίου Ανδρέου,

13) Εσταυρωμένος, δίπλα στη νοτιοδυτική γωνία των οδών Θουκυδίδου και Ναυάρχου Νικόδημου,

14) Άγιος Δημήτριος, στη νότια γωνία των οδών Άγιας Φιλοθέης και Αγίου Ανδρέου,

15) Σωτήρ, στη βόρεια γωνία των οδών Αγίας Φιλοθέης και Αγίου Ανδρέου, και

16) Σωτήρ, στη βορειοδυτική γωνία των οδών Απόλλωνος και Αγίας Φιλοθέης.

Βρίσκεται στην οδό Επιμενίδου, αριθ. 5, λίγο πιο πέρα από το μνημείο του Λυσικράτους. Παλαιότερα ήταν γνωστή με το όνομα «Αγιος Δημήτριος το Παρακκλήσι».

Η αρχική εκκλησία ήταν μικρή δίκλιτη καμαροσκεπής βασιλική, αργότερα όμως προστέθηκε μονόκλιτο παρεκκλήσιο (αφιερωμένο στον άγιο Ελευθέριο – εορτή 15 Δεκεμβρίου), με μονόρριχτη κεραμοσκεπή, στη νότια πλευρά, και έγινε μικρή επέκταση στα δυτικά.

Σήμερα, το βόρειο κλίτος της αρχικής εκκλησίας έχει διαμορφωθεί σε παρεκκλήσιο της αγίας Άννας (εορτή 9 Δεκεμβρίου). Επίσης, στη δυτική πλευρά υψώθηκε δίλοβο κωδωνοστάσιο. Σύμφωνα με την παράδοση, η εκκλησία κτίστηκε γύρω στα 1600.

Εντοιχισμένη πλάκα, δίπλα στην είσοδο της εκκλησίας, αναφέρει την ανεξακρίβωτη παράδοση πως διακόνησε κάποτε σ’ αυτή την εκκλησία ο Αθανάσιος Διάκος. Στον κήπο του Παρεκκλησίου, που βρίσκεται στα νότια, βρέθηκε μία ενεπίγραφη πλάκα του 1724 με ανάγλυφη παράσταση κουκουβάγιας (γλαύκας), με σταυρό στο κεφάλι της, και στις τέσσερις γωνίες τα γράμματα ΙΣ-ΧΣ-ΝΙ-ΚΑ και τις λέξεις ΑΨΚΛ… τη συνδρομή Μιχαήλ Φωκά, Αγγέλου Μπενιζέλου, Δημητρίου Καβαθά. Πρόκειται για επιφανείς «Αθηναίους, που μάλλον ανακαίνισαν την εκκλησία.

Εορτάζει στις 26 Οκτωβρίου.

Είναι παρεκκλήσιο του Αγίου Νικολάου Ραγκαβά

Βρίσκεται κοντά στη βορειοανατολική πλευρά του βράχου της Ακρόπολης, στη συμβολή του μονοπατιού της αρχής των Αναφιώτικων (αριθ. 1) και της οδού Στράτωνος.

Είναι μονόκλιτη βασιλική, με δίρριχτη νεότερη κεραμοσκεπή εξωτερικά. Στο εσωτερικό, η θολωτή οροφή στους μακρούς τοίχους στηρίζεται σε τυφλά τόξα, και εγκάρσια με άλλα τόξα. Εξαιτίας της διαμόρφωσης του εδάφους, έχει βορειοανατολικό προσανατολισμό. Επάνω στην κύρια είσοδο, που βρίσκεται νότια, υπάρχει ανάγλυφο επιστύλιο με σταυρούς και ρόδακες.

Στα επαναστατικά χρόνια έπαθε μεγάλες φθορές, αλλά αργότερα, γύρω στα 1850, την αναστύλωσαν οι Αναφιώτες που εγκαταστάθηκαν στη γειτονιά, και oι όποιοι χρησιμοποίησαν αρχαία μάρμαρα, που πλούσια υπήρχαν εκεί γύρω, και την έκαναν λευκή, για να θυμίζει το νησί τους. Επίσης, της έκτισαν και ένα μονόλοβο καμπαναριό επάνω από την είσοδο. Εσωτερικά, της κρέμασαν νησιώτικα κεντήματα και ασημένια αφιερώματα, που εικονίζουν νησιώτικα σπίτια.

Το 1964, στο αριστερό μέρος της εκκλησίας, κακώς κτίσθηκε παρεκκλήσιο του Αγίου Κωνσταντίνου (εορτάζει στις 21 Μαΐου).

Έξω και δεξιά της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου (εορτάζει στις 23 Απριλίου), την ημέρα της εισόδου των γερμανικών στρατευμάτων στην Αθήνα (27 Απριλίου 1941), κατέπεσε από την Ακρόπολη, τυλιγμένος στην ελληνική σημαία, αρνούμενος να την παραδώσει στους κατακτητές, ο φρουρός Κωνσταντίνος Κουκίδης. Σχετική ενεπίγραφη πλάκα θυμίζει τη θυσία του. Οι δύο ναΐσκοι σήμερα είναι παρεκκλήσια του Αγίου Νικολάου Ραγκαβά.

Βρίσκεται κοντά στη βόρεια πλευρά του βράχου της Ακρόπολης, στη δυτική πλευρά των Αναφιώτικων (δίπλα στον αριθ. 29).

Είναι κι αυτή η εκκλησία μικρή μονόκλιτη βασιλική, με τυφλά τόξα στους μακρούς τοίχους και άλλα εγκάρσια ενισχυτικά. Μία νεότερη επιγραφή, στην ανατολική θύρα του περιβόλου, έχει χαραγμένη τη χρονολογία 1774. Μετά από τις καταστροφές που έπαθε από τα πολεμικά γεγονότα της Επανάστασης, αναστηλώθηκε και αυτή, το 1843, από τους ευσεβείς Αναφιώτες, που επηρεασμένοι όμως από το παράδειγμα του νέου Μητροπολιτικού Ναου της πρωτεύουσας, της έδωσαν μία νεοκλασική εξωτερική διακόσμηση με κίτρινες και κόκκινες λουρίδες και της πρόσθεσαν μονόλοβο καμπαναριό. Στην εκκλησία, εκτός από τα άλλα αφιερώματα, τοποθέτησαν και ένα αντίγραφο της θαυματουργής εικόνας της Παναγίας της Καλαμιώτισσας του νησιού τους.

Ανήκει στον Σύλλογο των απανταχού Αναφαίων και εορτάζει στις 3 Φεβρουαρίου.

Βρίσκεται στον οδό Πρυτανείου 1 (κοντά στο τέρμα της οδού Επιχάρμου), στην περιοχή που, στα βυζαντινά χρόνια, αποτελούσε το αριστοκρατικότερο μέρος της πόλης.

Από μία απλή παρατήρηση της πρόσοψης, διαπιστώνεται ότι η εκκλησία έλαβε τη σημερινή της μορφή σε τρεις περιόδους. Η αρχική εκκλησία – μισή από τη σημερινή – είναι απλός τετρακιόνιος σταυροειδής εγγεγραμμένος ναός, δηλαδή ο τρούλος του στηρίζεται σε τέσσερις απλούς κίονες. Η δυτική κεραία του σταυρού είναι μεγαλύτερη και φθάνει ως την είσοδο. Η τοιχοδρομία ως τη μέση είναι από ακατέργαστους ογκόλιθους και από πωρόλιθους (πιθανόν από την Αίγινα), όπως επίσης έχουν χρησιμοποιηθεί και αρχιτεκτονικά μέλη από κτίσματα της αρχαιότητας (π.χ. ανεστραμμένο κιονόκρανο στη βορειοανατολική πλευρά, κίονας στην είσοδο της αυλής κ.λπ.). Από τη μέση και επάνω, έχει κτιστεί με το γνωστό πλινθοπερίβλητο σύστημα και έχει κουφικές διακοσμήσεις (κεραμοπλαστικά κοσμήματα). Τα παράθυρα είναι δίλοβα και μονόλοβα, και ο τρούλος – ο γνωστός αθηναϊκός οκταγωνικός – με τη χαρακτηριστική ραδινότητα. Μαρμάρινο ανεστραμμένο κιονόκρανο, εξελιγμένου κρινθιακού ρυθμού (αγκαθωτό με φύλλα λωτού), στηρίζει την Αγία Τράπεζα.

Το αρχικό τέμπλο, όπως δείχνουν μερικά θωράκια, με επιστύλιο και κιονίσκους, που σώζονται στην αυλή της εκκλησίας, φαίνεται πως ήταν μαρμάρινο και χαμηλό.

Χρονολογικά τοποθετείται στον 11ο αι. Η εκκλησία αυτή, αργότερα, λόγω καθίζησης, υπέστη κάποια πρώτη επισκευή, και τότε μπαζώθηκε και το δάπεδο της, που ανέβηκε κατά 0,30μ. περίπου. Αυτό φαίνεται και από την Προσκομιδή, που είναι χαμηλή (η τοιχογραφία της Αποκαθήλωσης που υπάρχει εκεί, θα έπρεπε να είναι ψηλότερα) και από το κατώφλι της κύριας εισόδου στη δυτική πλευρά, που είναι κάτω από την επιφάνεια του εδάφους.

Επί Μοροζίνι, το 1687, φαίνεται πως οβίδα κτύπησε την εκκλησία, με αποτέλεσμα να δημιουργήσει μία μεγάλη τρύπα στο Ιερό Βήμα, πίσω από την Αγία Τράπεζα, στη θέση που τοποθετείται ο Σταυρός.

Μεγάλη όμως αλλοίωση της εκκλησίας επήλθε μετά την Απελευθέρωση, το 1838, όταν έγινε επέκταση της εκκλησίας δυτικά, και – για λόγους στερέωσης και αντιμετώπισης της υγρασίας – οι εξωτερικές αψίδες του Ιερού Βήματος περιεβλήθησαν με ακαλαίσθητη αντηρίδα, καλύφθηκε με σουβά όλη η τοιχοδομία, ακόμα και ο τρούλος, ο όποιος επιπλέον καλύφθηκε και με μαύρα φύλλα μολύβδου. Τότε κατασκευάσθηκε το σημερινό ξύλινο τέμπλο, το όποιο μετακινήθηκε γύρω στα 0,50μ. δυτικά, με συνέπεια oι δύο ανατολικοί κίονες σήμερα να βρίσκονται μέσα στο Ιερό Βήμα, ενώ προστέθηκαν άλλοι δύο κίονες δίπλα σ’ αυτούς που στηρίζουν τον τρούλο στον κυρίως ναό. Επίσης, στη νότια πλευρά προστέθηκε και το παρεκκλήσιο της Αγίας Παρασκευής. Ακόμα προστέθηκε γυναικωνίτης στη νότια και τη δυτική πλευρά του κεντρικού ναού. Ευτυχώς, το 1979 η αρμόδια Εφορία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων αποκατέστησε στο μέτρο του δυνατού την τοιχοδομία στην αρχική της μορφή, απομακρύνοντας τον σουβά και τα φύλλα μολύβδου και κάνοντας τις σχετικές στερεωτικές εργασίες.

Παλαιός αγιογραφικός διάκοσμος δεν σώζεται. Οι υπάρχουσες δυτικής τεχνοτροπίας τοιχογραφίες είναι της εποχής του Όθωνα. Αξιόλογες είναι οι φορητές εικόνες που φυλάσσονται στο Ιερό Βήμα. Το Δωδεκάορτο του τέμπλου του παρεκκλησίου της Αγίας Παρασκευής είναι κι αυτό του 19ου αι. Η εκκλησία λέγεται του Ραγκαβά, γιατί κτίτορές της ή ιδιοκτήτες της ήταν προφανώς μέλη της βυζαντινής οικογένειας Ραγκαβά, που είχε κωνσταντινουπολίτικο και αθηναϊκό κλάδο. Η παράδοση κάνει μάλιστα λόγο, πως κτίτορας μιας πρώτης εκκλησίας που ήταν στο ίδιο σημείο, είναι ο Θεοφύλακτος, γιος και συναυτοκράτορας του Μιχαήλ Α’ του Ραγκαβέ (811-813). Στην επισκευή του 1979, σε κιονίσκο του τρούλου απεκαλύφθη επιγραφή, που έφερε το όνομα του Λουκά Ραγκαβά. Στην ενορία του Αγίου Νικολάου πιστεύεται ότι κατοικούσαν, πριν πάνε στην Κωνσταντινούπολη, οι κατόπιν αυτοκράτειρες Ειρήνη και Θεοφανώ, oι Αθηναίες.

Μνημονεύεται, τέλος, πως η πρώτη καμπάνα που τοποθετήθηκε σε εκκλησία των Αθηνών, μετά την Απελευθέρωση, ήταν εκείνη του Αγίου Νικολάου του Ραγκαβά. Αυτή πρώτη και μοναδική σήμανε το Πάσχα του Απριλίου του 1833, και στην παράδοση της Αθήνας στις 24 Μαΐου 1833.

Βρίσκεται στη συμβολή των οδών Ερεχθέως και Ερωτοκρίτου.

Ανήκει στον τύπο του απλού δικιόνιου σταυροειδούς ναού, ο τρούλος του δηλαδή στηρίζεται δυτικά σε δύο κίονες (με ρωμαϊκά κιονόκρανα), ενώ ανατολικά σε δύο παραστάδες (κτιστές κολόνες).

Η τοιχοδομία είναι σύμφωνη με το πλινθοπερίβλητο σύστημα, εκτός από τη νότια πλευρά και τη δεξιά αψίδα του Ιερού Βήματος, που είναι απλή λιθοδομή. Ο τρούλος είναι ο συνήθης αθηναϊκός οκταγωνικός. Επάνω από τα ανοίγματα της δυτικής και της βόρειας πλευράς υπάρχουν μικρά τόξα, που στεγάζονται με αετώματα.

Κτίσθηκε στα τέλη του 11ου ή στις αρχές του 12ου αι., γεγονός που επιβεβαιώνεται τόσο από την τεχνική του, όσο και από το ότι, όταν το 1975 η 1η Εφορία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων προέβαινε στην επισκευή της στέγης, βρέθηκε χάλκινο νόμισμα της εποχής του Αλεξίου του Α΄ του Κομνηνού.

Το 1975, μετά την αφαίρεση των εσωτερικών επιχρισμάτων των τοίχων, αποκαλύφθηκαν αξιόλογες τοιχογραφίες, που ανήκουν στο α΄ μισό του 13ου αι. (ο Παντοκράτορας, η Ανάληψη κλπ.). Στην αψίδα της Πρόθεσης εικονίζεται έφιππος στρατιωτικός άγιος (που, όπως παρατηρήθηκε, θυμίζει στρατιωτικούς άγιους της Μονής του Σινά) και οι κεφαλές των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, (αγιογραφία που δείχνει «έντονη πνευματική παρουσία»).

Ως προς τα ιστορικά γεγονότα που σχετίζονται με τον χώρο, σημειώνουμε πως και στο σημείο αυτό ο Μοροζίνι είχε εγκαταστήσει κανόνια, με τα όποια κτυπούσε τον Παρθενώνα.

Σήμερα η εκκλησία είναι παρεκκλήσιο του Αγίου Νικολάου Ραγκαβά και εορτάζει στις 8 Μαΐου.

Βρίσκεται στη συμβολή των οδών Ερεχθέως και Πρυτανείου.

Ανήκει στον τύπο της καμαροσκέπαστης μονόκλιτης βασιλικής και η οροφή της, ανατολικά και δυτικά, καταλήγει σε τεταρτοσφαίρια. Έχει κτισθεί επάνω στα ερείπια ναού της Αφροδίτης και υπήρξε καθολικό γυναικείου μοναστηριού. Ο Αθηναιογράφος Δημ. Γρ. Καμπούρογλου, στηριζόμενος σε Πατριαρχικό σιγίλλιο τοΰ 1651, που ανανεώθηκε το 1667, γράφει ότι τότε αναγνωρίσθηκε κοινόβιο γυναικείο μοναστήρι, το όποιο ίδρυσε «ο εξ Αθηνών ευλαβέστατος εν ιερεύσι Δημήτριος το επίκλην Κολοκύνθης, ανήρ θεοσεβής ων, έρωτι θείω κινηθείς», αφιερώνοντας σ΄ αυτό όλη τη πατρική του κληρονομιά, «την τε εντός της περιοχής του ναού και την εκτός».

Στο χώρο της Μονής ενταφιάζονταν και τα μέλη της οικογένειας Παλαιολόγου, κλάδου της ελληνικής αυτοκρατορικής οικογένειας.

Μετά τον ερχομό των Βενετών του Μοροζίνι, το μοναστήρι ερημώθηκε. Σε έγγραφο του 1788 αναφέρεται ότι αγοράστηκε από τον αρχιμανδρίτη Ιάκωβο και «προσηλώθη» στον Πανάγιο Τάφο.

Πρόσφατα η εκκλησία επισκευάσθηκε και συντηρήθηκε, ενώ το κτήριο του Μετοχίου, όπως δείχνει σχετική επιγραφή, ανηγέρθη εκ βάθρων με δαπάνη του Πατριάρχη Ιεροσολύμων Κυρίλλου του Β΄, επί εξαρχίας του αρχιμ. Ιωσήφ Κρητικάκη, του Σαμίου, το 1858.

Βρίσκεται στη συμβολή των οδών Θεωρίας και Κλεψύδρας. Ανήκει στο τύπο του άπλού τετρακιόνιου σταυροειδούς εγγεγραμμένου βυζαντινού ναού.

Η εξωτερική τοιχοδομία είναι η συνηθισμένη του πλινθοπερίβλητου συστήματος, και στους κάθετους αρμούς έχει κουφικές διακοσμήσεις. Ο τρούλος, κτισμένος με «αμελή» τοιχοδομία, χαρακτηρίζεται για την ραδινότητά του (ελαφρότητα).

Κτίσθηκε μεταξύ των ετών 1050 και 1150. Επειδή μεταγενέστερα έγινε επέκταση ανατολικά και δυτικά, αναλλοίωτο διατηρείται μονάχα το κεντρικό τμήμα της βόρειας και της νότιας πλευράς. Ακόμα, στη νότια πλευρά, υπάρχει μικρό παρεκκλήσιο, που ένα μέρος του εκτείνεται στο κοίλωμα του βράχου.

Κάτω από τα εσωτερικά ασβεστώματα, βρέθηκαν ίχνη τοιχογραφιών (όπως τμήμα της Ετοιμασίας του Θρόνου, επάνω από την κλεισμένη, πλέον, με τοίχο θύρα της βόρειας πλευράς), που τοποθετούνται στον 14ο αι. Υπάγεται στην ενορία της Χρυσοκαστριώτισσας.

Βρίσκεται στον όδό Λυσίου 6.

Αρχικά ήταν τρίκλιτη καμαροσκεπής βασιλική, αλλά μεταγενέστερα, με τη διάνοιξη της οδού Λυσίου, το βόρειο κλίτος αποκόπηκε. Διασώζει λείψανα τοιχογραφιών.

Ανήκει στην ενορία της Κοίμησης της Θεοτόκου της Χρυσοκαστριώτισσας και εορτάζει στις 2 Ιουλίου (Κατάθεση Εσθήτος της Θεοτόκου) και στις 12 Δεκεμβρίου (αγίου Σπυρίδωνος).

Βρίσκεται κοντά στην αρχαία Αγορά, στην ανατολική πλευρά της οδού Διοσκούρων, λίγα μέτρα πριν την οδό Θεωρίας. Η αρχική εκκλησία, διαστάσεων 6×6 μ. περίπου, ερειπώθηκε, και ανοικοδομήθηκε μεταγενέστερα «μόχθω και δαπάνη Αθηνας Η. Πολυγένη». Εορτάζει στις 9 Δεκεμβρίου.

Βρίσκεται στην οδό Διοσκούρων 6, λίγο πιο πάνω από την οδό Πολυγνώτου. Ερειπωμένη πριν, επισκευάστηκε μεταγενέστερα. Εορτάζει στις 26 Ιουλίου.

Βρίσκεται στην οδό Θρασυβούλου 9 και Αλιμπέρτη.

Ανήκει στον τύπο της μονόκλιτης καμαροσκέπαστης βασιλικής, και στην πρώτη μορφή της τοποθετείται στον 12 αι. Λόγω των πολλών φθορών που είχε υποστεί στα χρόνια της Επανάστασης του 1821, μετά την Απελευθέρωση υπέστη και αυτή αρκετές αλλοιώσεις. Στην αρχαιότητα, στον χώρο υπήρχε Ιερό της θεάς Εστίας. Ως προς την ονομασία της, έχουν διατυπωθεί διάφορες γνώμες. Έχει γραφεί ότι έλαβε το όνομα από κάποια οικογένεια Καστριώτη, η επειδή γειτόνευε με το Κάστρο (την Ακρόπολη) ή, το πιθανότερο, λόγω της μεταφοράς, κατά την παράδοση, μετά το 1204 (Φραγκική κατάκτηση), της εικόνας της Παναγίας της Αθηνιώτισσας από τον Παρθενώνα σ’ αυτή.

Ο Αθηναίος αρχαιολόγος Πιττάκης έχει γράψει ότι μπροστά στην εικόνα της Παναγίας, πριν από τα χρόνια της Επανάστασης, «εξεκαίετο εξαιρέτως άσβεστος λύχνος ακοίμητος (….) Ετιμάτο η εικών, και εν ανάγκαις βρεφών υπέρ αυτών εκεί ετελείτο μυσταγωγία».

Τα μετεπαναστατικά χρόνια, μολονότι η εκκλησία ήταν χωρίς σκεπή, οι Χριστιανοί δεν έπαυαν, όσο μπορούσαν, ν΄ ανάβουν το καντήλι.

Σήμερα η εκκλησία πανηγυρίζει την ήμερα της Κοίμησης της Θεοτόκου (15 Αυγούστου), αλλά παλαιότερα στην Απόδοση της Κοίμησης (23 Αυγούστου), οπότε γινόταν και πάνδημη λιτάνευση της ιεράς εικόνος γύρω από τα τείχη.

Βρίσκεται στη συμβολή των οδών Ταξιαρχών και Δεξίππου, κοντά στην Ρωμαϊκή Αγορά. Ανήκει βασικά στον τύπο του σταυροειδούς ναού με τρούλο, που στηρίζεται σε δύο κίονες του κυρίως ναού και σε δύο παραστάδες του Ιερού Βήματος. Τοποθετείται στον 11ο – 12ο αι.

Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, τα παράθυρα της δυτικής πλευράς φράχτηκαν με τοίχο και στην πρόσοψη ζωγραφήθηκε η Δευτέρα Παρουσία.

Κατά τη διάρκεια του Ιερού Αγώνα του 1821, οι Τούρκοι την πυρπόλησαν, ενώ με τις επισκευές που ακολούθησαν αργότερα (1852), το μνημείο παραμορφώθηκε.

Σήμερα είναι παρεκκλήσιο του αγαθοεργού Ιδρύματος του Ορφανοτροφείου Βουλιαγμένης της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών, και εορτάζει στις 8 Σεπτεμβρίου και στις 8 Νοεμβρίου.

Μέσα στα όρια της περιοχής που περικλείεται από την πλατεία Λυσικράτους και της οδούς Σέλλεϋ, Τριπόδων, Φλέσσα, Αδριανού, Άρεως, Διοσκούρων, Θεωρίας, Αναφιώτικων και Βύρωνα, και που βρίσκονται οι παραπάνω εκκλησίες που με συντομία παρουσιάσαμε, παλαιότερα υπήρχαν ακόμα και οι έξης:

1. Παναγία του Σαρρή, στην ανατολική γωνία των οδών Πρυτανείου και Ερεχθέως.

2. Άγιος Νικόλαος, στα νοτιοανατολικά του Παλαιού Πανεπιστημίου (σπίτι Κλεάνθη), κοντά στη νότια πλευρά του μονοπατιού προς την Ακρόπολη.

3. Παναγία του Μπόλπατζα, ανατολικά του Παλαιού Πανεπιστημίου, κοντά στη βόρεια πλευρά του μονοπατιού προς την Ακρόπολη.

4. Άγιος Ιωάννης, στην βορειοδυτική γωνία του Παλαιού Πανεπιστημίου.

5. Ευαγγελίστρια, κοντά στην ανατολική πλευρά της οδού Μνησικλέους, κοντά στην οδό Πρυτανείου.

6. Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος του Μαγκούτη, κοντά στη νότια γωνία των οδών Ερωτοκρίτου (πρώην Καλλιφρονά) και Μνησικλέους, βόρεια του Μετοχίου του Παναγίου Τάφου. Ήταν τρίκλιτη βασιλική του 871 και κατεδαφίστηκε γύρω στα 1850.

7. Άγιος Κωνσταντίνος του Σαΐτα, στη βόρεια πλευρά της οδού Λυσίου, μεταξύ των οδών Μνησικλέους και Ερεχθέως, κοντά στην πρώτη.

8. Χριστός, στην νοτιοανατολική γωνία των οδών Λυσίου και Ερεχθέως.

9. Παναγία Ζώνη, στη βόρεια γωνία των οδών Λυσίου και Φλέσσα.

10. Άγιος Δημήτριος Κατηφόρη, στην οδό Ερεχθέως, κοντά στη νότια πλευρά της οδού Κυρρήστου.

11. Προφήτης Ηλίας του Σταροπάζαρου, στη γωνία της οδού Δεξίππου, κοντά στη βόρεια πλευρά της Παναγίας Γρηγορούσας των Ταξιαρχών. Μολονότι βρισκόταν σε άριστη κατάσταση, κατεδαφίστηκε το 1843 με μόνη την υπόνοια πως κάτω από αυτόν υπήρχε αρχαίος ναός του Ήλιου! Η αποτοιχισμένη τοιχογραφία της «Παναγίας των Καταλανών» φυλάσσεται στο Βυζαντινό Μουσείο.

12. Σώτειρα της Παζαρόπορτας, στο νότιο άκρο της Πύλης της Ρωμαϊκής Αγοράς.

13. Άγιος Ιωάννης, στη βορειοδυτική γωνία των οδών Θρασυβούλου και Κλεψύδρας.

14. Άγιος Νικόλαος, στην ανατολική πλευρά της οδού Πανός, μεταξύ των οδών Θρασυβούλου και Θόλου.

15. Εσταυρωμένος, στην οδό Πανός.

16. Υπαπαντή, στην οδό Διοσκούρων.

17. Χριστός, στη βόρεια πλευρά της οδού Μητρώου.

18. Άγιος Παντελεήμων, στη νότια πλευρά της οδού Βάκχου, κοντά στην οδό Βύρωνος.

Η Αγορά στην αρχαιότητα κάλυπτε τον χώρο από τη Στοά του Αττάλου ως τις παρυφές του Θησείου, και από τις γραμμές του Ηλεκτρικού Σιδηροδρόμου ως τις παρυφές περίπου του λόφου του Αρείου Πάγου (εκκλησία Αγίου Διονυσίου Αρεοπαγίτου), συνολικά έκταση 25 στρεμμάτων.

Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, ως τις αρχές της δεκαετίας του 1930, η περιοχή κατοικούνταν και ήταν γνωστή ως «Βρυσάκι», όνομα που πιθανότατα προήλθε από τις πολλές βρύσες (όπως η Εννεάκρουνος), που υπήρχαν εκεί. Σύμφωνα με άλλη άποψη, η συνοικία ονομάσθηκε Βρυσάκι από τον Ευρυσάκη, τον Σαλαμίνιο ήρωα, που Ιερό του υπήρχε στην Αγορά.

Και η συνοικία αυτή, όπως άλλωστε και οι άλλες συνοικίες, είχε αρκετές εκκλησίες, που, εκτός από μία, κατεδαφίστηκαν στη δεκαετία του 1930, όταν οι, 350 ιδιοκτησίες του χώρου απαλλοτριώθηκαν και άρχισαν από την Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών οι ανασκαφές που, με μία διακοπή στη δεκαετία του 1940, λόγω των πολεμικών γεγονότων, κράτησαν ως το 1956, όταν τελείωσε η αναστήλωση της Στοάς του Αττάλου.

Η μόνη εκκλησία που δεν κατεδαφίστηκε, αλλά, αφού απαλλάχθηκε από τα νεότερα προσκτίσματα, αναστηλώθηκε (1956) στην αρχική της μορφή, είναι αυτή των Αγίων Αποστόλων του Σολάκη. Βρίσκεται στη νοτιανατολική γωνία της Αγοράς και νότια της Στοάς του Αττάλου. Ανήκει στον τύπο του απλού τετρακιόνιου σταυροειδούς εγγεγραμμένου ναού, με διαγώνιες, όπως σημειώνει ο Καθηγητής Γ. Σωτηρίου, κόγχες, σαν αυτές που παρατηρούνται σε ναούς της Αρμενίας. Στη βόρεια και νότια πλευρά υπάρχουν «χοροί» (αψίδες), σύμφωνα με τον αγιορείτικο τύπο. Η τοιχοδομία στα χαμηλά μέρη έχει γίνει με μεγάλους όρθιους ισομεγέθεις δόμους, ενώ στα υψηλότερα ακολουθείται το πλινθοπερίβλητο σύστημα με οδοντωτές ταινίες και με κουφική διακόσμηση. Τα παράθυρα είναι δίλοβα. Τοποθετείται από τους αρχαιολόγους από το τελευταίο τέταρτο του 10ου αι. ως τον 12ο αι. Η εκκλησία έχει κτισθεί επάνω στα θεμέλια του Νυμφαίου (2ος αι. μ.Χ.), ενώ, όπως διασώζει ο Δ. Καμπούρογλου, ως τις αρχές του 20ου αι. διακρινόταν κάτω από αύτη περιφραγμένη κρύπτη, στην οποία, σύμφωνα με μαρτυρίες περιηγητών της Τουρκοκρατίας, αρκετοί είχαν κατέβει. Εικόνα διέσωσε ο Breton. Την προσωνυμία Σολάκη προσέλαβε είτε από τον κτιτορά της, είτε από την οικογένεια στην οποία άνηκε (κατά τον Φιλαδελφέα υπήρχε στα χρόνια της Τουρκοκρατίας οικογένεια Σολδάκη). Εορτάζει στις 30 Ιουνίου.

Από τις εκκλησίες που κατεδαφίστηκαν, σημειώνουμε τις ακόλουθες:

α. Παναγία η Βλασαρού: Βρισκόταν ανατολικά του Θησείου και ήταν τρίκλιτη ξυλόστεγη βασιλική, αφιερωμένη στα Εισόδια της Θεοτόκου. Κατά τον Φιλαδελφέα, τον 17ο και 18ο αι. επονομαζόταν Βλασταρού, ίσως από κτίτορά της με το όνομα Βλαστάρης. Σ΄ αυτή το 1834 είχαν στεγαστεί το Πρωτοδικείο Αθηνών και ο Άρειος Πάγος. Κατεδαφίστηκε το 1931.

β. Παναγία η Πυργιώτισσα η Χρυσοπυργιώτισσα, που βρισκόταν μέσα σε πύργο του Ιουστινιάνειου τείχους, στο νότιο άκρο της Στοάς του Άτταλου.

γ. Ευαγγελίστρια, που βρισκόταν στην ανατολική πλευρά του Αρείου Πάγου, προς τα νότια λίγο της οδού Μητρώου.

δ. Άγιοι Ηλίας και Χαραλάμπης, που βρισκόταν δυτικά της σωζόμενης εκκλησίας των Αγίων Αποστόλων.

ε. Άγιος Αθανάσιος του Μπιλιανάκη, που βρισκόταν βορειοδυτικά του Αρείου Πάγου.

Σήμερα διακρίνονται ερείπια της πίσω από τη Στοά του Αττάλου, στην ανατολική πλευρά της οδού Ευ(β)ρυσακείου, μεταξύ των οδών Αδριανού και Κλάδου. Παλαιά άνηκε στην οικογένεια Παλαιολόγου. Μετά την Απελευθέρωση την κατεδάφισε το 1834 ο πρίγκιπας Κατακουζηνός, ο όποιος είχε αγοράσει την εκκλησία και την περιοχή, ενώ κατά τον Πιττάκη κατεδαφίστηκε το 1845, και τα υλικά της χρησιμοποιήθηκαν για την ανέγερση του νέου (τότε) Μητροπολιτικού Ναού. Πάντως τα ίχνη της το 1845 είχαν εξαφανιστεί.

Το 1968, κατά την κατεδάφιση της επί της οδού Κρεβατά 12 ερειπωμένης οικίας, ανακαλύφθηκε πλήρως η τοιχοδομία των τριών κογχών του Ιερού Βήματος, καθώς και η κόγχη του Διακονικού, σε ύψος 1 μ. Στην νοτιοανατολική γωνία βρέθηκαν ίχνη τοιχογραφιών δύο περιόδων.

Κάτω από την κεντρική κόγχη το 1970 βρέθηκαν ίχνη άλλης, ευρύτερης κόγχης, που άνηκε σε άλλο, παλαιότερο κτίσμα, ασφαλώς παλαιοχριστιανική βασιλική. Ας σημειωθεί ότι παλαιότερα στον χώρο αυτό είχε βρεθεί ανάγλυφος μαρμάρινος σταυρός, ενώ το 1968 παλαιοχριστιανικά και βυζαντινά γλυπτά. Τον ίδιο χρόνο ο χώρος προφυλάχτηκε με χαμηλό τοιχάριο από «ξερολιθιά»

Κοντά στη βόρεια πλευρά της οδού Πολυγνώτου, κοντά στην οδό Ευ(β)ρυσακείου.

Βρίσκεται στην οδό Ευ(β)ρυσακείου 16.

Κατά τον Ι. Τραυλό στα μέσα του 5ου αι. μ.Χ., ενώ κατ’ άλλους τον 6ο η 7ο αι., μετετράπη σε χριστιανική εκκλησία (μονόκλιτη βασιλική) ο αρχαίος δωρικός περίπτερος ναός του Ηφαίστου, ο γνωστός ως «Θησείο», που βρίσκεται δυτικά της Αρχαίας Αγοράς (κτίσθηκε στα 437-432 π.Χ.). Αφιερώθηκε στον στρατιωτικό άγιο Γεώργιο τον Τροπαιοφόρο.

Στην αρχαιότητα η είσοδος του ναού βρισκόταν ανατολικά, και, όπως οι περισσότεροι αρχαίοι ναοί, είχε στέγη με ξύλινες δοκούς και επάνω σ’ αυτές υπήρχαν μαρμάρινα και πήλινα κεραμίδια.

Οι Χριστιανοί αφαίρεσαν τους δύο διάμεσους κίονες της ανατολικής εισόδου και έφραξαν την εκεί θύρα, και στη θέση τους κατασκεύασαν πολυγωνική αψίδα, και άνοιξαν θύρα εισόδου στην δυτική πλευρά, μεταξύ του σηκού (κυρίως ναού) και του οπισθόδομου. Από μία μικρότερη θύρα ανοίχθηκε και σε καθεμιά από τις μακρές πλευρές. Ο παλαιός οπισθόδομος μετετράπη σε νάρθηκα. Μπροστά στην αψίδα του Ιερού Βήματος σώζονται ακόμη το Εγκαίνιο και τα ίχνη των στηριγμάτων της Αγίας Τράπεζας και του Κιβωρίου, που υπήρχε πάνω από αυτή. Επίσης οι Χριστιανοί κατασκεύασαν τη σημερινή θολωτή στέγη.

Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, εξαιτίας του φόβου των Τούρκων που έμπαιναν έφιπποι μέσα στις χριστιανικές εκκλησίες και τις βεβήλωναν, κλείστηκε η μεγάλη δυτική είσοδος και κυρίως χρησιμοποιούνταν η μικρή θύρα της νότιας πλευράς.

Στα βυζαντινά χρόνια το Θησείο, όπως μαρτυρούν διάφορες πηγές, αλλά και ονόματα ηγουμένων που είναι χαραγμένα στις κολώνες του («Λίθινον Χρονικόν») και που ανάγονται στα χρόνια 1073-1103, ήταν Καθολικό μοναστηρίου. Στην εποχή αύτη πιθανόν ν’ ανήκουν και τα σωζόμενα ίχνη τοιχογραφιών.

Οι Τούρκοι δεν το μετέβαλαν σε τζαμί, πιθανότατα, επειδή τότε βρισκόταν έξω από την πόλη η διότι τούτο αντέκειτο στα προνόμια που ο Πορθητής είχε δώσει στους Αθηναίους. Πάντως λειτουργούνταν μια φορά τον χρόνο, την ήμερα της εορτής του αγίου Γεωργίου (23 Απριλίου). Έγραφε σχετικά στις 18 Νοεμβρίου 1672 ο Ιησουίτης περιηγητής Babin: «Οι Τούρκοι (….) παρακωλύουσι τους Χριστιανούς να τελώσι τα της λατρείας των εν ούτω μεγαλοπρεπεί εκκλησία, ης αι σιδηραί θύραι ουδέποτε ανοίγονται, εκτός της εορτής του αγίου Γεωργίου, δι΄ αργυράς κλειδός, ην οι Έλληνες δύνανται να προσφέρωσι τοις Τούρκοις, ίνα τύχωσι της αδείας ταύτης». Πιθανότατα, εξ αιτίας αυτού του γεγονότος (να λειτουργείται δηλαδή μία φορά τον χρόνο) πήρε και την επονομασία «Άγιος Γεώργιος ο Ακαμάτης» (ο τεμπέλης). Ας σημειωθεί ακόμη, πως στα χρόνια της Τουρκοκρατίας το Θησείο λεγόταν και «Τριανταδυό κολώνες» (αντί του ορθού 34 που έχει).

Σε στύλους και τοίχους του Θησείου διασώζονται χαράγματα που παρέχουν κάποια στοιχεία για την Αθήνα της εποχής όπως:

1770 «Εχαλάσανε Αρναούτηδες του Πυρί και ηρίθανε οι Πιριώτες εις την Αθήνα» (11ος στύλος νότιας πλευράς).

1773 «Απέθανε ο Λεονάρδος Κοντρικάς» (Αθηναίος ευγενής που πέθανε στις 3 Δεκεμβρίου 1773).

Στον ευρύτερο χώρο του υπήρχε νεκροταφείο, στο όποιο θάπτονταν κυρίως ξένοι, και μάλιστα στις αρχές του 19ου αι. οι Διαμαρτυρόμενοι.

Την Τρίτη της Λαμπρής, που πολλές φορές συνέπιπτε με την επομένη της μνήμης του αγίου Γεωργίου, γύρω από τον ναό γινόταν λαϊκή πανήγυρη, ενώ κατά καιρούς, ακόμη και για αρκετά χρόνια μετά την Απελευθέρωση, αλογοδρομίες.

Με την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου του Θησείου συνδέονται και μερικά γεγονότα του Ιερού Αγώνα και της Απελευθέρωσης.

α) Κατά την πολιορκία της Ακρόπολης από τον Κιουταχή, ο ναός υπέστη σοβαρές ζημιές.

β) Στις 2 Φεβρουαρίου 1833, με αφορμή την άφιξη του Όθωνα στην Ελλάδα, έγινε εκεί επίσημη Δοξολογία.

γ) Όμοια Δοξολογία έγινε και στις 25 Μαρτίου 1833, «ότε εισήλθον τα βασιλικά στρατεύματα εν Αθήναις, όπως παραλάβωσι την Ακρόπολιν παρά των Οθωμανών».

δ) Στις 13 Ιανουαρίου 1835 εψάλη πάλι επίσημη Δοξολογία για τον ερχομό του Όθωνα στην Αθήνα. Ήταν η τελευταία χριστιανική Ιερή Ακολουθία που εψάλη στο Θησείο.

Έκτοτε, το Θησείο έπαψε να χρησιμοποιείται ως χριστιανική εκκλησία, ενώ με απόφαση της Ιεράς Συνόδου η Αγία Τράπεζα και τα άλλα χριστιανικά στοιχεία που υπήρχαν σ’ αυτό, μεταφέρθηκαν άλλου. Ακολούθως, για ένα διάστημα στέγασε το (Εθνικό) Μουσείο της Πρωτεύουσας του απελευθερωθέντος κράτους.

Δυτικά του Θησείου και σε ικανή απόσταση, στα χρόνια της τουρκοκρατίας υπήρχαν δύο εκκλησίες, μία του Αγίου Νικολάου και μία της Αγίας Παρασκευής.

Βρίσκεται κοντά στην Πνύκα και στο μνημείο του Φιλοπάππου, προς τον αυχένα του λόφου των Νυμφών (Αστεροσκοπείου).

Πρόκειται για θολωτή μονόκλιτη βασιλική των χρόνων της Τουρκοκρατίας (κατ’ άλλους του 9ου αι.), που στους μακρούς (βόρειο και νότιο) τοίχους έχει δύο τυφλά τόξα και άλλα δύο εγκάρσια ενισχυτικά (ένα στο Τ. Βήμα και ένα στην έξοδο), τα όποια συγκρατούν την κυλινδρική στέγη, που είναι πλακοσκέπαστη. Μεταγενέστερα έγινε επέκταση της στα δυτικά.

Το 1955 έγινε αναστήλωση και συντήρηση του ναού άπό τον αρχιτέκτονα Πικιώνη, ο όποιος όμως κόσμησε τους εξωτερικούς τοίχους της εκκλησίας με σχέδια γεωμετρικά, κατασκευασμένα από κεραμικά και κομμάτια μάρμαρο. Τότε, αφού αφαιρέθησαν επιχρίσματα με νεότερες τοιχογραφίες, απεκαλύφθησαν άλλες παλαιότερες μεταβυζαντινές (1735), οι όποιες όμως είναι εφθαρμένες η φέρουν βανδαλισμούς (εξορύξεις οφθαλμών αγίων). Στα 1987-1992 έγινε καθαρισμός και συντήρηση τους με διαλύματα ειδικών υγρών. Στο χτιστό τέμπλο απεκαλύφθη γραμμένο με βυζαντινά γράμματα το κοντάκιο των εγκαινίων «ΟΥΡΑΝΟΣ ΠΟΛΥΦΩΤΟΣ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΑΝΕΔΕΙΧΘΗ ΑΠΑΝΤΑΣ ΦΩΤΑΓΩΓΟΥΣΑ ΤΟΥΣ ΠΙΣΤΟΥΣ, ΕΝ Ω ΕΣΤΩΤΕΣ ΚΡΑΥΓΑΖΟΜΕΝ: ΤΟΥΤΟΝ ΤΟΝ ΟΙΚΟΝ ΣΤΕΡΕΩΣΟΝ, ΚΥΡΙΕ».

Η Αγία Τράπεζα στηρίζεται επάνω σε αρχαίο κιονίσκο, ενώ δύο άλλοι αρχαίοι κιονίσκοι υπάρχουν στο προαύλιο της κυρίας εισόδου: Στον ένα αναγράφεται: ΒΕΡΕΝΙΚΗ-ΙΣΙΔΩΡΟΥ-ΜΗΛΙΣΙΑ-ΜΑΙΝΑΝΔΡΟΥ-ΑΙΘΑΛΙΔΟΥ-ΓΥΝΗ, και στον άλλο: ΠΑ[..]ΑΣ-ΔΗΜΑΡΧΟΥ-ΠΑΛΛΗΝΕΩΣ ΓΥΝΗ.

Ο Δημ. Γ. Καμπούρογλου διασώζει το αξιοσημείωτο γεγονός που συνέβη κατά τον εορτασμό της μνήμης του Αγίου στις 25 Οκτωβρίου 1658. Τότε ο χριστιανομάχος αγάς των Αθηνών Γιουσούφ σχεδίασε από τα Προπύλαια -όπου και η κατοικία του- ν΄ ανατινάξει με λουμπάρδα (=μεγάλο πυροβόλο) την εκκλησία, μαζί με όλο το εκκλησίασμα που είχε συρρεύσει στην πανήγυρη. Ελάχιστα λεπτά όμως πριν από το εγχείρημα, ενέσκηψε ξαφνική καταιγίδα και ένας κεραυνός έπεσε στην πυριτιδαποθήκη και στο πυροβολείο των Προπυλαίων και τα ανατίναξε, με αποτέλεσμα να βρουν τον θάνατο ο αγάς, η οικογένεια του και οι πυροβολητές. Έκτοτε η εκκλησία ονομάστηκε Λουμπαρδιάρης=βομβιστής.

Κατά την ευσεβή παράδοση, εφημέριος του ναΐσκου χρημάτισε ο νεοφανής νεο-μάρτυρας Ραφαήλ (†1454), ενώ εκεί τελούσε αγρυπνίες ο άγιος παπα-Νικόλας ο Πλανάς (†1932) και εκκλησιαζόταν μετά την εκδίωξη του από την Αίγυπτο ο άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως. Η εκκλησία σήμερα είναι παρεκκλήσιο του ΤΑΚΕ

Βρίσκεται στον λόφο του Αστεροσκοπείου και σε μεγάλο βαθμό είναι λαξευμένη μέσα στον βράχο της νοτιοανατολικής γωνίας της σημερινής νεότερης ομώνυμης εκκλησίας. Για τον λόγο αυτό σε αρκετό μήκος, και οπωσδήποτε σε όλο το Άγιο Βήμα, τοίχο αποτελεί ο βράχος, του οποίου οι επιφάνειες εξομαλύνθηκαν κυρίως με επιχρίσματα και αργότερα αγιογραφήθηκαν. Είναι μικρών διαστάσεων. Αργότερα, επάνω από το κέντρο του κυρίως ναού υψώθηκε τρούλος.

Κατά τις εργασίες συντήρησης του ναού των ετών 1981-1986, μέσα στη νεότερη χτιστή Αγία Τράπεζα απεκαλύφθη κομμάτι από μονόλιθο κίονα, που στήριζε την παλαιότερη πλάκα της. Το δάπεδο του κυρίως ναού έχει κλίση από την περιφέρεια προς το κέντρο, ενώ στο κέντρο του απεκαλύφθη κοίλωμα διαμέτρου 1 μ. και βάθους 0,40μ. Έτσι επιβεβαιώθηκε η υπόθεση του αρχαιολόγου Ι. Τραυλού το 1960, ότι στη θέση της παλαιάς αυτής εκκλησίας της Αγίας Μαρίνης υπήρχε στην αρχαιότητα υδατοδεξαμενή και από το κοίλωμα αυτό γινόταν η άντληση του νερού.

Στις προ εικοσαετίας περίπου εργασίες στερέωσης και συντήρησης, καθαιρέθηκαν πέντε επάλληλα επιχρίσματα και αποκαλύφθησαν τοιχογραφίες, που τοποθετούνται στον 13ο, 17ο και 18ο αι. Μερικές από αυτές αποτοιχίστηκαν και εκτίθενται, μαζί με άλλα κειμήλια, σε ιδιαίτερο χώρο στο βόρειο διαμέρισμα της νεότερης εκκλησίας (π.χ. άγιος Αντώνιος, Προφήτης Ηλίας, Ιωάννης ο Πρόδρομος, ανώνυμη μοναχή κ.α.).

Εικόνες του 13ου αι. είναι εκείνες που βρίσκονται στην αψίδα του Ιερού Βήματος και στο νότιο τμήμα του. Στη κόγχη του Ιερού Βήματος εικονίζεται η Πλατυτέρα Βρεφοκρατούσα και ένθρονη, πλαισιωμένη από αγγέλους και ιεράρχες. Σε καλή κατάσταση διατηρείται ο δεξιός άγγελος, «σεβίζων» και με αυτοκρατορική ενδυμασία. Στη νότια πλευρά του εικονίζονται δύο ολόσωμοι Ιεράρχες, από τους οποίους ο ένας – ο Μέγας Βασίλειος – ξεχωρίζει για τη γραμμική απόδοση του προσώπου, την εκφραστικότητα των οφθαλμών και τον πλούσιο διάκοσμο των ενδυμάτων του. Δύο ακόμα ολόσωμοι άγιοι, από τους οποίους ο ένας ο άγιος Γεώργιος, αν και διατηρούνται σε κακή κατάσταση, προδίδουν μεγάλης αξίας αγιογράφο.

Σε γενικές γραμμές, στον κυρίως ναό υπάρχουν πολύ εφθαρμένες τοιχογραφίες των αρχών του 17ου αι. και εικονίζονται η Γέννηση (ανατολικά), η Υπαπαντή και η Βάπτιση (νότια), όπου ο Ιορδάνης παριστάνεται προσωποποιημένος, η Σταύρωση (δυτικά) και η Μεταμόρφωση και η Πεντηκοστή (βόρεια). Στο νοτιοδυτικό σφαιρικό τρίγωνο διακρίνεται ο Ευαγγελιστής Μάρκος, στην εικόνα του οποίου υπάρχει η σημείωση

ΣΟΦΩ [Η… ΜΑ] ΖΩΓΡΑΦΟΥ ΧHP ΔΗΜΗΤΡΙΣ ΑΘΗΝ Ο ΓΡΑΨΑΣ

Πρόκειται για τον Αθηναίο αγιογράφο Δημήτριο, που έργα του σώζονται στην Επισκοπή της Παλαιοχώρας της Αίγινας (1609-1610) και στον Άγιο Δημήτριο Αμαρουσίου (1622). Σήμερα ο παλαιός ναΐσκος χρησιμοποιείται ως Βαπτιστήριο.

Με την ευκαιρία αυτή ας σημειωθεί ότι ο νεότερος ναός της Αγίας Μαρίνης είναι εγγεγραμμένος σταυροειδής με ένα μεγάλο κεντρικό τρούλο και τέσσερις μικρότερους στα γωνιακά διαμερίσματα. Αρχικά (3-4-1921) είχε σχεδιαστεί από τον Ερνέστο Τσίλλερ (1837-1923), αλλά τελικά οικοδομήθηκε με βάση σχέδια του αρχιτέκτονος Αχιλλέα Γεωργιάδη (1922) και ολοκληρώθηκε το 1927. Τα εγκαίνια έγιναν από τον τότε βοηθό Επίσκοπο Σταυρουπόλεως και αργότερα Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Θεόκλητο, στις 20 Οκτωβρίου 1926. Εορτάζει στις 17 Ιουλίου. Τόσο ο παλαιός ναός όσο και ομώνυμος νεότερος, έχουν χαρακτηρισθεί ιστορικά διατηρητέα μνημεία (ΦΕΚ 83/Β/14-4-1986).

Βρίσκεται στην οδό Ερμού, κοντά στο Θησείο. Η εκκλησία σήμερα, λόγω της νεότερης διαμόρφωσης του περιβάλλοντος χώρου, βρίσκεται γύρω στα 2 μ. κάτω από την επιφάνεια της ομώνυμης πλατείας «χωστή».

Ανήκει στον τύπο του απλού σταυροειδούς εγγεγραμμένου ναού, που στηρίζεται σε τέσσερις κίονες, με νάρθηκα, και τοποθετείται στο γ’ τέταρτο του 11ου αι.

Μεταγενέστερα (19ο και 20ο αι.) λόγω των ακαλαίσθητων προσθηκών είχε παραμορφωθεί, με συνέπεια από τα παλαιά του στοιχεία εξωτερικά να διασώζεται μονάχα ο τρούλος του, ο χαρακτηριστικός αθηναϊκός τρούλος. Ευτυχώς στα 1959-1960 αποκαταστάθηκε στην αρχική του μορφή από τη Διεύθυνση Αναστηλώσεων του Υπουργείου Παιδείας. Εξωτερικά έχει τη συνηθισμένη βυζαντινή τοιχοποιία. Στη βάση των τοίχων υπάρχουν μεγάλοι λίθινοι σταυροί, ενώ η υπόλοιπη τοιχοδομία είναι πλινθοπερίβλητη και έχει κουφικές διακοσμήσεις. Ιδιαίτερα, έχει γραφεί ότι στον αρχικό δυτικό τοίχο, που δεν υπάρχει σήμερα, πιθανόν να υπήρχε «ζωφόρος από πήλινα πλακίδια με ανάγλυφη κουφική διακόσμηση».

Στο ανατολικό μέρος έχει τρεις τριγωνικές κόγχες, από τις όποιες η μεσαία έχει ένα δίλοβο παράθυρο, ενώ οι άλλες δύο από ένα μονόλοβο. Η δυτική κύρια θύρα έχει μαρμάρινες παραστάδες και διακοσμημένο μαρμάρινο επιστύλιο, και επάνω από αυτό κομψό τυφλό τόξο. Όμοια θύρα, μικρότερη όμως, υπάρχει και στη βόρεια πλευρά. Βόρεια και νότια στον κυρίως ναό έχει δύο μονόλοβα παράθυρα, ενώ σε ψηλότερα σημεία, στο κέντρο της εκκλησίας, από ένα δίλοβο.

Στις γενόμενες εργασίες αποκατάστασης στην αρχική του μορφή και συντήρησης, απεκαλύφθησαν και πολύ εφθαρμένες τοιχογραφίες, που «δε φαίνεται να ανήκουν στην αρχική φάση του μνημείου».

Επίσης, μέσα στην Αγία Τράπεζα βρέθηκε και αργυρή θήκη με Ιερά Λείψανα άγνωστου αγίου. Εορτάζει στις 8 Νοεμβρίου.

Βρίσκεται μερικές δεκάδες μέτρα δυτικά του νέου ομώνυμου ναού, κοντά στο Θησείο, στην άκρη του κήπου, σε υπερυψωμένο χώρο. Έλαβε το όνομα Κουρκούρης η Κουρκουρής από κάποιο μεταγενέστερο Ιδιοκτήτη του κτήματος, όπου βρίσκεται η εκκλησία.

Πρόκειται για μονόκλιτη κεραμοσκεπή βασιλική, μικρών διαστάσεων 2,50×5μ. περίπου. Οι μακρές πλευρές έχουν από ένα τυφλό τόξο, αυτό όμως της βόρειας πλευράς μεταγενέστερα ανοίχτηκε και κατασκευάστηκε αριστερά μια μικρή προσθήκη. Το Ιερό Βήμα είναι υπερυψωμένο κατά μία βαθμίδα, ενώ η επίστρωση του δαπέδου είναι πολύ νεότερη, όπως άλλωστε και η μεγάλη ταράτσα που έχει γίνει δυτικά και στεγάζει Κέντρο Προνοίας της ενορίας. Νεότερη ήταν και άλλη προσθήκη του, που φαίνεται σε παλαιές φωτογραφίες, η οποία αργότερα κατεδαφίσθηκε.

Η παράδοση αναφέρει ότι η εκκλησία κτίστηκε από τον άγιο Αθανάσιο τον Αθωνίτη, μετά τον ερχομό του από την Κρήτη (10ος αι.), πλην όμως αυτό δεν είναι ακριβές. Η εκκλησία είναι των χρόνων της Τουρκοκρατίας και ίσως να κτίστηκε από κάποιον αγιορείτη μοναχό. Η εντοιχισμένη επιγραφή ότι είναι κτίσμα του 1750, είναι ατεκμηρίωτη.

Το Ιερό Βήμα είναι υπερυψωμένο κατά μία βαθμίδα, ενώ η επίστρωση του δαπέδου είναι πολύ νεότερη, όπως άλλωστε και η μεγάλη ταράτσα που έχει γίνει δυτικά και στεγάζει Κέντρο Προνοίας της ενορίας.

Ο περιηγητής John Cam Hobhouse και μετέπειτα λόρδος Broughton, φίλος και συνταξιδιώτης του Βύρωνα, αναφέρει ότι «στην εκκλησία του Αγίου Αθανασίου προς την πλευρά του «Αρείου Πάγου, είδε την κυλίστρα, όπου πήγαιναν οι παντρεμένες Αθηναίες και αφήνονταν να γλιστρήσουν στην κατωφέρεια, για ν’ αποκτήσουν, όπως πίστευαν, αρσενικά παιδιά» (Δ. Καμπούρογλου).

Παλαιότερα η εκκλησία ετιμάτο επ’ ονόματι του αγίου Αθανασίου του Μεγάλου, Πατριάρχου Αλεξανδρείας, μετά όμως την ανέγερση της νεότερης εκκλησίας του αγίου, αυτή τιμάται στις 5 Ιουλίου επ΄ ονόματι του αγίου Αθανασίου του Αθωνίτου.

Με την ευκαιρία σημειώνουμε πως ο γειτονικός μεταγενέστερος ναός του αγίου Αθανασίου Αλεξανδρείας (εορτή 18 Ιανουαρίου) ανηγέρθη την εικοσαετία 1933-1953 και εγκαινιάστηκε στις 3 Μαΐου 1953, από τον τότε βοηθό Επίσκοπο Ρωγών και κατόπιν Μητροπολίτη Κοζάνης Διονύσιο.

Βρίσκεται στη συμβολή των οδών Μητροπόλεως 15-17 και Πεντέλης 2, κάτω από το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων.

Πρόκειται για μικρή καμαροσκέπαστη βασιλική και η ανέγερση της τοποθετείται στον 16ο αι. Πιθανότατα να έχει κτισθεί, όπως και άλλες εκκλησίες της περιοχής, επάνω σε αρχαίο Ιερό, αφιερωμένο στον ημίθεο Ηρακλή. Εξωτερικά στο ανατολικό μέρος διακρίνεται μία ημικυκλική αψίδα και εσωτερικά άλλες δύο, από τη μια και την άλλη πλευρά της. Στους τοίχους, όπου διασώζονται στοιχεία από παλαιές αγιογραφίες που είχε, στο μεσαίο διάζωμα διακρίνονται δεξιά η αγία Κυριακή, η άγια Αικατερίνη, η αποτομή της κεφαλής του Τιμίου Προδρόμου, η αγία Φιλοθέη κ.α. και αριστερά ο άγιος Ιερόθεος, ο άγιος Διονύσιος, ο άγιος Δημήτριος κ.α. Κάτω από το δάπεδο του Ιερού Βήματος υπάρχει μεγάλη υπόγεια σπηλιά, βάθους περίπου 15 μ., και συνεχίζει μεγάλη στοά, η οποία, σύμφωνα με την παράδοση, φθάνει ως την Καισαριανή(!). Αργότερα, το 1963, επάνω από τη θύρα εισόδου κατασκευάστηκε μονόλοβο κωδωνοστάσιο. Την εκκλησία παλαιότερα περιέβαλλαν διάφορα κτίσματα, αναγκαία για τη λειτουργία του Μετοχίου, τα όποια όμως κατεδαφίσθηκαν μετά την Απελευθέρωση, όταν έγινε η διάνοιξη της οδού Μητροπόλεως.

Η γειτονιά, όπου η εκκλησία, λεγόταν Ροδακιό (υπάρχει και σχετικό δημοτικό τραγούδι) και γι’ αυτό το Μετόχι λεγόταν «Μετόχι του Ροδακιού» η «Παναγία Μεντελιώτισσα» (από το όνομα Πεντέλη/Μεντέλη). Πήρε το όνομα «Αγία Δύναμις», γιατί σ’ αύτη κατέφευγαν οι επίτοκες Αθηναίες για να πάρουν προστασία και δύναμη και να φέρουν καλά τα παιδιά τους στον κόσμο. Η «Αγία Δύναμις» συνδέεται όμως και με την εθνική μας Ιστορία. Λίγο πριν από την επανάσταση του 1821, όπως διασώζει ο τότε ηγούμενος της Μονής Πεντέλης Κύριλλος Δέγλερης, σε κτίσμα του Μετοχίου πυροτεχνουργός (ο Μαστροπαυλής) κατεσκεύαζε πυρομαχικά για λογαριασμό των Τούρκων, πλην όμως τα περισσότερα απ’ αυτά διοχετεύονταν κρυφά, είτε από τη μυστική στοά είτε με το καλάθι της κυρά-Μανώλαινας Μπινιάρη, στον Ιλισσό και από εκεί στο Μενίδι, προκειμένου αυτά να χρησιμοποιηθούν στον επικείμενο αγώνα.

Ακόμη, στον υπόγειο χώρο της εκκλησίας, οι πατέρες της Μονής είχαν κρύψει, κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, για ασφάλεια ιερά λείψανα, πολύτιμα άμφια και σκεύη, καθώς και σιγίλλια πατριαρχικά και τουρκικά διατάγματα που αφορούσαν προνόμια της Μονής, πλην όμως καταστράφηκαν όλα από τις φοβερές φθορές που υπέστη η πόλη και το εκκλησάκι από τις ορδές του Ομέρ Βρυώνη.

Ας σημειωθεί τέλος ότι, σύμφωνα με τον Νικηφόρο Κάλλιστο, εκκλησία με το όνομα «Αγία Δύναμις» υπήρχε και στην Κωνσταντινούπολη.

Βρίσκεται στην πλατεία Μητροπόλεως, στη νότια πλευρά του Ιερού Καθεδρικού Ναού του Ευαγγελισμού.

Είναι ένα κομψό κτίσμα του 11ου η 12ου αι., ένα από τα πιο χαρακτηριστικά δείγματα του αθηναϊκού τύπου του ημισύνθετου τετρακιόνιου σταυροειδούς εγγεγραμμένου ναού, και έχει κτισθεί επάνω στον αρχαίο ναό της θεάς του τοκετού Ειλειθυίας. Το 1833, λόγω των φθορών που είχαν υποστεί, οι κίονες αντικαταστάθηκαν από λεπτούς (κτιστούς) πεσσούς. Οι τοίχοι έχουν κτισθεί με ισοδομικούς μαρμάρινους δόμους, που προέρχονται από αρχαία μνημεία, ενώ στα ανώτερα μέρη της οικοδομής έχουν χρησιμοποιηθεί και ενενήντα αρχαιοελληνικά, ρωμαϊκά, παλαιοχριστιανικά και βυζαντινά ανάγλυφα. Τα θωράκια με τις ανάγλυφες παραστάσεις, που έχουν χρησιμοποιηθεί, έχουν εντοιχιστεί με τέτοιο τρόπο, ώστε ν’ αποτελούν μια εντυπωσιακή ζωφόρο, που περιτρέχει όλες τις πλευρές του κτίσματος. Χαρακτηριστική είναι η ανάγλυφη παράσταση που υπάρχει στην δυτική πρόσοψη του ναού και που εξεικονίζει το αττικό ημερολόγιο, δηλαδή εικονίζονται με ανθρώπινες μορφές και τις ασχολίες τους οι εποχές του έτους.

Ο τρούλος ξεχωρίζει για τη ραδινότητά του και έχει κτισθεί σύμφωνα με το πλινθοπερίκλειστο σύστημα. Ο νάρθηκας είναι τριμερής. Στο παρελθόν είχε προστεθεί και καμπαναριό, το όποιο κατεδαφίστηκε το 1836. Ο προαύλιος χώρος της εκκλησίας, παλαιά, που δεν υπήρχαν οργανωμένα νεκροταφεία, χρησίμευε και ως κοιμητήριο των αρχοντικών οικογενειών Μπενιζέλου-Παλαιολόγου, μάλιστα στα τέλη του περασμένου αιώνα απεμακρύνθησαν από τον τόπο και οι τελευταίες ταφόπλακες. Από τον 18ο αι. ως την Επανάσταση, η εκκλησία ήταν ο ευκτήριος οίκος (όχι ο Καθεδρικός Ναός) του μητροπολιτικού οίκου, που υπήρχε εκεί κοντά.

Παλαιά η εκκλησία ήταν αφιερωμένη στην Παναγία τη Γοργοεπήκοο (η Γοργοπήκο κατά το τότε αθηναϊκό γλωσσικό ιδίωμα), που σημαίνει τη Θεοτόκο, που γρήγορα και αποτελεσματικά ακούει τις προσευχές των πιστών. Έχει διατυπωθεί και η άποψη, η οποία όμως δεν φαίνεται πιθανή, ότι η ονομασία της εκκλησίας προήλθε από τον Γιώργο Πήκο, τον γιατρό ιδιοκτήτη της περιοχής.

Μετά την Απελευθέρωση και από το 1839 και ως το 1862, η εκκλησία στέγασε την Βιβλιοθήκη της πρωτεύουσας. Το 1861 με πρόταση της βασίλισσας Αμαλίας ονομάστηκε Άγιος Σώζων», επειδή το βράδυ της 6 Σεπτεμβρίου (εσπερινός Αγίου Σώζοντος, που εορτάζει στις 7 Σεπτεμβρίου) απέτυχε η δολοφονική απόπειρα εναντίον αυτής και του Όθωνα, που επέστρεφε από τη Γερμανία. Η σχετική αφιερωματική εικόνα σώζεται σήμερα στον Προφήτη Ηλία Παγκρατίου, ενώ τον επόμενο χρόνο, το 1862, με αφορμή την έξωση του Όθωνα και την ουσιαστική λήξη της Βαυαροκρατίας, της δόθηκε το όνομα Άγιος Ελευθέριος.

Μετά την καταστροφή της γειτονικής Μονής του Αγίου Ανδρέα, στην Παναγία τη Γοργοεπήκοο μεταφέρθηκαν τα ιερά λείψανα και η παλαιότερη εικόνα (1703) της αγίας Φιλοθέης, που σήμερα φυλάσσονται στον Μητροπολιτικό Ναό. Επίσης στην Εκκλησία αυτή το 1577 χειροτονήθηκε επίσκοπος από τον μητροπολίτη Αθηνών Νικάνορα ο Άγιος Διονύσιος Αιγίνης ο εκ Ζακύνθου.

Εορτάζει στις 15 Δεκεμβρίου.

Στους παλαιοχριστιανικούς χρόνους χρησιμοποιήθηκε πιθανότατα ως Βαπτιστήριο και τον 5ο η 6ο αι. μετετράπη σε χριστιανική εκκλησία και το ευρισκόμενο στην αρχή της οδού Αιόλου (Ρωμαϊκή Αγορά) Ωρολόγιο του Κυρρήστου, το γνωστό περισσότερο ως ναός του Αιόλου η «Αέρηδες». Αυτό το μαρτυρούν τόσο οι ισοσκελείς σταυροί που έχουν λαξευθεί στις δυτικές παραστάδες του, όσο και χριστιανικοί τάφοι που ανεσκάφησαν στον περίβολο του. Διατηρήθηκε ως εκκλησία τουλάχιστον ως τον 15ο αι. Στους παλαιοχριστιανικούς χρόνους πιθανότατα χρησιμοποιήθηκε ως εκκλησία και το αρχαίο Αγορανομείο, που σωζόταν όρθιο εκεί κοντά.

Ας σημειωθεί ότι το κτίσμα αυτό, που έχει μορφή οκταγωνικού πύργου, ίδρυσε γύρω στο 50 π.Χ. ο αστρονόμος Ανδρόνικος Κυρρήστης (από την Κύρο της Β. Συρίας) ως μετεωρολογικό σταθμό και ρολόι για τη Ρωμαϊκή αγορά που βρισκόταν εκεί κοντά. Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας μετεβλήθη σε τεκέ (μουσουλμανικό παρεκκλήσι), γεγονός που το διέσωσε από την αρπακτική μανία του Έλγιν.

Τον 5ο αι. μ.Χ. και πιθανότατα στο β’ μισό, στην αυλή της Βιβλιοθήκης του Αδριανού (απέναντι από την οδό Αδριανού αριθ. 62), ιδρύθηκε ναός, του οποίου η ανέγερση αποδίδεται στον έπαρχο του Ιλλυρικού Ερκούλιο (408-412) ή στην Αθηναία αυτοκράτειρα Ευδοκία (402;-460), σύζυγο του αυτοκράτορα Θεοδοσίου Β’. Κατελάμβανε περίπου το μισό ανατολικό χώρο της αυλής και είχε διαστάσεις 39×39 (τετράκογχο). Όπως σημειώνει ο Ι. Τραυλός, ο κυρίως ναός αποτελούνταν από μια τετράγωνη αίθουσα διαστάσεων 15,42×15,42, που στο ανατολικό μέρος κατέληγε σε ημικυκλική αψίδα διαμέτρου 8,63 μ., ενώ στις τρεις άλλες πλευρές ανά τέσσερις κίονες σχημάτιζαν μικρότερες ημικυκλικές αψίδες, διαμέτρου η καθεμιά 7,49. Ακόμα, από τη μια και την άλλη πλευρά του τετραγώνου του κυρίως ναού σχηματίζονταν δύο κλίτη, πλάτους 3,75 μ. το καθένα. Στο δυτικό μέρος υπήρχαν νάρθηκας, διαστάσεων 25,12X5,42 μ., και προσκτίσματα και σκάλες από το ένα και το άλλο μέρος, που οδηγούσαν στον γυναικωνίτη. Οι τοίχοι και το δάπεδο του τετραγώνου καλύπτονταν με μάρμαρα, ενώ τα δάπεδα των κλιτών και των προσκισμάτων ήταν στρωμένα με ψηφιδωτά. Αργότερα, φαίνεται πως η εκκλησία καταστράφηκε από πυρκαϊά και στη θέση της κτίστηκε στο τέλος του 11ου αι. η στις αρχές του 12ου επίσης μεγάλη τρίκλιτη βασιλική, τη μορφή της οποίας γνωρίζουμε από απεικόνιση του Couchaud και άλλων περιηγητών.

Όταν η πόλη υποτάχθηκε στους Φράγκους, στη Μεγάλη Παναγία μεταφέρθηκε από τον Παρθενώνα η εικόνα της Παναγίας της Αθηνιώτισσας (του τύπου της Οδηγήτριας) που, κατά την παράδοση, αργότερα μεταφέρθηκε θαυματουργικά στη Μονή Σουμελά του Πόντου. Κατά τον Ιταλό Nicolo Martoni, που το 1395 επεσκέφθη την Αθήνα, η εικόνα υπήρχε ακόμα τότε στον ναό.

Μετά την Απελευθέρωση, για ένα διάστημα η εκκλησία χρησιμοποιήθηκε για τη στέγαση της αρχαιολογικής συλλογής Πιττάκη, ενώ στη συνέχεια, όταν διαμορφωνόταν η πλατεία Αγοράς (στη συμβολή οδών Αδριανού και Αιόλου), σχεδόν καλύφθηκε από χώματα. Δυστυχώς η βασιλική αυτή καταστράφηκε το 1884 από μεγάλη πυρκαϊά, που κατέστρεψε όλη την Αγορά.

Σήμερα φαίνονται καθαρά αρκετά αρχαία αρχιτεκτονικά μέλη του ναού (κίονες κ.λπ.).

Η εκκλησία ήταν αφιερωμένη στην Παναγία (κατά τον Α. Ξυγγόπουλο στη Ζωοδόχο Πηγή), λόγω του μεγέθους της λεγόταν Μεγάλη Παναγία και θεωρείται ως ο παλαιότερος γνωστός χριστιανικός ναός της Αθήνας.

Βρίσκεται στην πλατεία Μοναστηρακίου, στη συμβολή των οδών Μητροπόλεως και Αθηνάς, απέναντι από τον Σταθμό του Ηλεκτρικού Σιδηροδρόμου. Λόγω γεωλογικών μεταβολών και μεταγενέστερης διαρρύθμισης του εδάφους της πλατείας και των παρακειμένων οδών, σήμερα η εκκλησία κατά το 1/3 περίπου βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια του.

Είναι καμαροσκέπαστη τρίκλιτη βασιλική, εξωτερικών διαστάσεων 17×17 μ., και αρχικά δεν είχε ούτε νάρθηκα ούτε γυναικωνίτη, που είναι προσθήκες του 1911. Έχει κτισθεί με ακανόνιστους λίθους, ενώ στις τέσσερις γωνίες του οικοδομήματος έχουν εντοιχιστεί από ένα αρχαιοελληνικό κιονόκρανο. Στη δυτική πλευρά υπάρχουν τρεις ορθογώνιες θύρες, που η καθεμιά αντιστοιχεί σε ένα από τα κλίτη. Ανατολικά έχει μία κόγχη, τρίπλευρη εξωτερικά και ημικυκλική εσωτερικά.

Το Ιερό Βήμα χωρίζεται με παχείς τοίχους σε τρία μέρη, το καθ’ αυτό Βήμα και την Πρόθεση (αριστερά) και το Διακονικό (δεξιά), που επικοινωνούν μεταξύ τους με αψιδωτές θύρες. Λόγω των μεγάλων φθορών που υπέστη η εκκλησία στα χρόνια της Επαναστάσεως, αλλά και των αναγκών σε ναούς που επακολούθησαν, έγιναν δύο ανακαινίσεις του ναού, που ως ένα σημείο αλλοίωσαν την παλαιά του μορφή. Η μία έγινε το 1890, οπότε γκρεμίστηκε η κόγχη του υπερθύρου της κύριας εισόδου και υψώθηκε πέτρινο καμπαναριό, και έγιναν μερικές τοιχογραφίες. Το 1911 η ανακαίνιση παρεμόρφωσε αισθητά την εκκλησία, αφού γκρεμίστηκε το καμπαναριό του 1890 και κατασκευάσθηκε άλλο ογκώδες και ακαλαίσθητο στη βόρεια πλευρά, κατεσκευάστηκε γυναικωνίτης, έγιναν ασήμαντες τοιχογραφίες κ.λπ. Ήδη όμως (2002), μετά τα σοβαρά προβλήματα που προέκυψαν από τον σεισμό του 1999, η Αρχαιολογική Υπηρεσία προβαίνει στη στερέωση, συντήρηση και αποκατάσταση του ναού.

Ο χρόνος της ανέγερσης δεν είναι γνωστός με ακρίβεια, αφού οι διάφοροι μελετητές του τον τοποθετούν από τον 7ο αι. ως το 12ο, με πιθανότερο τον 9ο αι. (Ορλάνδος).

Ανάμεσα στα ιερά σεβάσματα της εκκλησίας περιλαμβάνονται: α) Η θαυματουργός εικόνα της άγιας Θέκλας η Αγαθοκλείας, που εκκλησία της υπήρχε στην ομώνυμη γειτονική οδό, β) η εικόνα του αγίου Παντελεήμονος, δωρεά της Συντεχνίας των εν Αθήναις πεδιλοποιών και σκυτορράφων (1836), που υπενθυμίζει το Καθολικόν του Αγίου Παντελήμονος, για το όποιο θα γίνει λόγος παρακάτω, γ) οι μεγάλες εικόνες του Τέμπλου (1840;) και οι μικρές (έργα του Φ. Κόντογλου), δ) η εικόνα της Παναγίας της Ελεούσας, δωρεά του Συλλόγου των εν Αθήναις Μεταξουργών (1852), ε) η εικόνα της αγίας Ελεούσης (Παναγίας) από τον καταστραφέντα ναό της, που υπήρχε στον γειτονικό ναό της Αγίας Ελεούσης (πρώην Κακουργιοδικείο), στ) εικόνα του αγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως, στο επιγονάτιο του οποίου έχει τοποθετηθεί απότριμμα του ιερού λειψάνου του, κ.α.

Αρχικά η εκκλησία της Παντάνασσας (=της Βασίλισσας των πάντων) Θεοτόκου, που είναι αφιερωμένη στην Κοίμηση (15 Αυγούστου), ήταν ιδιόκτητος ναός του Νικολάου Μπονεφατζή, και αργότερα έγινε Καθολικό γυναικείου μοναστηρίου, που τα κτίσματα του κάλυπταν το σύνολο της πλατείας, γι’ αυτό και λεγόταν και «Μέγα Μοναστήριον». Σιγά-σιγά όμως άρχισε να φθίνει, ώστε αρχικά να καταντήσει Μετόχι της Μονής Καισαριανής και αργότερα (ίσως από το 1690) ενοριακός ναός και έκτοτε, οπωσδήποτε από το 1821, να λέγεται «Μοναστηράκι».

Με την Παντάνασσα σχετίζονται και δύο μεγάλες προσωπικότητες της Εκκλησίας: Εδώ εκάρη μοναχός ο όσιος Λουκάς ο εν Στειρίω (896-953) και υπηρέτησε ως διάκονος ο άγιος Νεκτάριος ο Πενταπόλεως ο εν Αιγίνη (μεταξύ των ετών 1881-1885).

Βρίσκεται στον οδό Άρεως 14, κοντά στο Μοναστηράκι.

Ήταν μικρή μονόκλιτη ξυλόστεγη βασιλική, χωρητικότητας 50-60 ατόμων. Η τοιχοδομία της ήταν απλή, πλην όμως σε μερικά σημεία της είχαν εντοιχισθεί και μερικά βυζαντινά ανάγλυφα. Κτίστηκε τον 17ο αι. στην αυλή του αρχοντικού της οικογένειας Χωματιανού Λογοθέτη (από το όποιο διασώζονται η είσοδος και η σκάλα), και ήταν κτητορική (ιδιωτική), αλλ΄ όμως ανοιχτή στο κοινό. Αργότερα πέρασε στην οικογένεια Ματουκά.

Τον Ιούνιο του 1943 ο τελευταίος ιδιοκτήτης της Ηρακλής Καζάκος την κατεδάφισε αυθαίρετα, επειδή φοβόταν πως η εκκλησία θα κηρυχθεί ιστορικό διατηρητέο μνημείο, θα γίνει ενοριακός ναός και επομένως ο χώρος θ’ απαλλοτριωθεί, πράγμα που τελικά δεν απεφεύχθη. Πρόσφατα η 1η Εφορία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων ανέσκαψε το χώρο και ήρθαν στην επιφάνεια τα θεμέλια της εκκλησίας, το δάπεδο, η Αγία Τράπεζα, το μαρμάρινο κατώφλι, καθώς και πολλά κομμάτια από τις κατεστραμμένες τοιχογραφίες. «Ήδη η Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών είναι πρόθυμη, αν της παραχωρηθεί ο χώρος, ν’ αναστηλώσει το εκκλησάκι.

Ο Άγιος Ελισαίος είναι γνωστός και από τις αγρυπνίες που στα 1880-1925 τελούνταν σ΄ αυτόν και στις όποιες μετείχαν ο άγιος παπα-Νικόλας ο Πλανάς, οι λογοτέχνες Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Αλέξανδρος Μωραϊτίδης, Ζαχαρίας Παπαντωνίου, Παύλος Νιρβάνας, Γεώργιος Τσοκόπουλος, Γιάννης Βλαχογιάννης κ.α., καθώς και ο άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως και ο Φιλόθεος Ζερβάκος.

Βρίσκεται στο Μοναστηράκι, στη συμβολή των οδών Αγίου Φιλίππου 20 και Αδριανού 19.

Στον τόπο όπου έχει κτισθεί η σημερινή, τρίτη στη σειρά, εκκλησία, σύμφωνα με τις Απόκρυφες Πράξεις του Αποστόλου Φιλίππου, ο Άγιος αντιμετώπισε θαυματουργικά («εβύθισε ζώντα») τον Αρχιερέα (η Γραμματέα) των Ιουδαίων Ανανία, ενώ, σύμφωνα με άλλη παράδοση, που διασώζει ο αοίδιμος αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος ο Παπαδόπουλος, είναι ο τόπος του μαρτυρίου του Αποστόλου, ο όποιος, πάντοτε κατά την παράδοση, δίδαξε επί δύο χρόνια στην Αθήνα.

Κατά την παλαιοχριστιανική εποχή στον χώρο κτίστηκε τρίκλιτη βασιλική, που ίχνη της σώζονταν, σύμφωνα με αρχαιολογικές έρευνες, κάτω από το δάπεδο του σημερινού ναού, ενώ αργότερα, στη σημερινή επιφάνεια του εδάφους, οικοδομήθηκε άλλη, η οποία καταστράφηκε το 1827 από τον Κιουταχή, για ν’ αναστηλωθεί εκ νέου το 1833. Η σαθρότητα όμως του οικοδομήματος επέβαλε το 1960 την ανέγερση, επάνω στα παλαιά θεμέλια, του σημερινού ναού. Από την παλαιά εκκλησία διατηρήθηκε το τέμπλο, έργο του έτους 1849. Άλλες εκτενέστερες επισκευές, αναγκαίες λόγω των σεισμών του 1981 και του 1999, έγιναν πρόσφατα, με αποτέλεσμα ο ναός να λάβει τη σημερινή κομψή του μορφή.

Σήμερα στην εκκλησία του Αγίου Φιλίππου φυλάσσεται μικρό τεμάχιο από το ιερό του λείψανο, που παραχωρήθηκε τον Ιούλιο του 1989 από τη Μονή Agostiniane S. Lucia της Ρώμης. Επίσης φυλάσσονται οι εφέστιες εικόνες της Παναγίας, που προέρχεται από την εκκλησία της Παναγίας της Βλασαρούς (που υπήρχε μέσα στην Αρχαία Αγορά και κατεδαφίστηκε το 1932), καθώς και της Αγίας Παρασκευής, που υπήρχε ατή ομώνυμη εκκλησία που βρισκόταν ατή συμβολή των οδών Ηφαίστου και Νίσου.

Τέλος, στην περιοχή Αγίου Φιλίππου – Βλασαρούς κατοικούσε και ο νεομάρτυρας Μιχαήλ ο Πακνανάς († 9 Ιουλίου 1771), που μνεία του μαρτυρίου γίνεται σε στύλο του ναού του Ολυμπίου Διός.