Xριστόδουλος Παρασκευαΐδης (1998- 2008)

Διάδοχος αντάξιος των σεβάσμιων προκατόχων του ο Μακαριστός Αρχιεπίσκοπος κυρός Χριστόδουλος γεννήθηκε στην Ξάνθη το έτος 1939. Πτυχιούχος της Νομικής και της Θεολογικής Σχολής, διδάκτορας Θεολογίας, γλωσσομαθής και συγγραφέας πολλών επιστημονικών και εποικοδομητικών βιβλίων, εξελέγη Μητροπολίτης Δημητριάδος το 1974, σε ηλικία 35 ετών, ενώ την 28η Απριλίου 1998 ανήλθε στον Αρχιεπισκοπικό θρόνο των Αθηνών. Η άνοδος του κ. Χριστοδούλου στον θρόνο των Αθηνών έμελλε να αποδείξει περίτρανα ότι διέθετε σπάνια ηγετικά χαρίσματα και δημιουργικό εκκλησιαστικό φρόνημα. Από τη φύση του ακαταπόνητος και πλούσιος σε πνευματικά χαρίσματα και αρετές, εργάζεται άοκνα, έχοντας ως κίνητρο της φιλοπονίας του την πίστη στον Χριστό και στην Εκκλησία και την αγάπη του προς τον άνθρωπο. Ασυμβίβαστος προς τις κοινωνικές συμβατικότητες και έχοντας οξεία την ιστορική όραση, βαθιά την πίστη στις πνευματικές αρετές της ελληνικής φυλής και στην ελληνοχριστιανική αποστολή του Έθνους μας, υπεραμύνεται του δικαιώματος της Εκκλησίας να πρωταγωνιστεί στις κοινωνικές επάλξεις, ασκώντας ισχυρότατη επίδραση στον λαό, με την παρρησία του, την ανιδιοτέλεια του βίου του, τα υψηλά υπέρ της Εκκλησίας και του Έθνους οράματα, με τους ποικίλους αγώνες του και τις πολυπληθείς συγγραφές του. Το έργο το οποίο είχε επιτελέσει μέχρι τον θάνατό του ο Μακαριστός Αρχιεπίσκοπος από πολλούς θαυμάζεται και επαινείται. Υπήρχαν όμως και εκείνοι οι οποίοι το πολεμούσαν και συστηματικά το διέβαλλαν. Παρέμενε όμως αμετακίνητος στις αρχές του, γιατί γνώριζε καλά ότι «ο Έλληνας Ιεράρχης βρίσκεται συχνά μπροστά σε ιστορικές ώρες, κατά τις οποίες θα πρέπει να παλέψει για τα δίκαια του Έθνους. Δεν είναι μόνον η πίστις που τον κινεί, αλλά και το Έθνος. Αυτή η συνάφεια Εκκλησίας και Έθνους που σήμερα κάποιους σκανδαλίζει, υπήρξεν η βάσις της παραδόσεως. Και κάθε Έλληνας Ιεράρχης είναι συχνά υποχρεωμένος να αγωνισθή καθοδηγούμενος από τα οράματα που σαρκώνει η παράδοση». Με δεδομένη την αρχή αυτή αγωνιζόταν με κάθε τρόπο και καθοδηγούσε το σκάφος της Ελλαδικής Εκκλησίας, μέχρι την ώρα του μακαρίου θανάτου του, στις 5.15 π.μ. τα ξημερώματα της Δευτέρας της 28ης Ιανουαρίου 2008.

Σεραφείμ Τίκας (1974-1998)

Γεννήθηκε στο Αρτεσιανό Καρδίτσας το 1913. Αφού αποφοίτησε από τη Θεολογική Σχολή Αθηνών εισήλθε στις τάξεις του Ιερού Κλήρου και υπηρέτησε ως εφημέριος και Γραμματέας της Ιεράς Συνόδου. Συμμετείχε ενεργά στο κίνημα της Εθνικής Αντίστασης υπό την ηγεσία του Ναπολέοντα Ζέρβα και τιμήθηκε με το χρυσό αριστείο ανδρείας, τον πολεμικό σταυρό και το μετάλλιο εξαίρετων πράξεων. Την 6η Σεπτεμβρίου 1949 εξελέγη Μητροπολίτης Άρτης και μετατέθηκε τον Μάρτιο του 1958 στη Μητρόπολη Ιωαννίνων. Και στις δύο αυτές Μητροπόλεις ο Σεραφείμ, διαθέτοντας υψηλό φρόνημα φιλοπατρίας, ανέπτυξε πολύπλευρη εκκλησιαστική και εθνική δράση. «Η Ήπειρος έγινε η ψυχή του και … ουδέποτε υπέστειλε την σημαία του αγώνα για τις θεμελιώδεις ελευθερίες και τα στοιχειώδη δικαιώματα των αλυτρώτων αδερφών της Βορείου Ηπείρου».

Χρυσόστομος Β΄ Χατζησταύρου (1962-1967)

Γεννήθηκε το 1880 στο Αϊδίνιο της Μικράς Ασίας. Αφού αποφοίτησε από τη Θεολογική Σχολή της Χάλκης αρχικά υπηρέτησε ως Αρχιδιάκονος του εθνομάρτυρα Χρυσοστόμου, τότε Μητροπολίτη Δράμας και μετέπειτα Σμύρνης. Το 1910 εξελέγη Βοηθός Επίσκοπος αυτού, φέροντας τον τίτλο της ΄΄πάλαι ποτέ διαλαμψάσης Επισκοπής Τράλλεων΄΄. Ακολούθως εξελέγη Μητροπολίτης Φιλαδελφείας και το 1919 μετατέθηκε στην Ιερά Μητρόπολη Εφέσου.

Μετά την Μικρασιατική καταστροφή διέφυγε στην Αθήνα, όπου διορίσθηκε αποκρισάριος του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Το 1924 εξελέγη Μητροπολίτης Βερροίας και Ναούσης και λίγο αργότερα Φιλίππων, Νεαπόλεως και Θάσου. Από εκεί ανήλθε στον Αρχιεπισκοπικό θρόνο των Αθηνών την 14η Φεβρουαρίου 1962, μετά από μεγάλη δοκιμασία της Εκκλησίας. Με το αναμφισβήτητο κύρος και την ακτινοβολούσα μορφή του συντέλεσε στο να καταπαύσει αμέσως ο σάλος και ο δεινός εκείνος κλονισμός της Εκκλησίας, τον οποίο είχε προκαλέσει η άνοδος στον θρόνο του Ιακώβου Βαβανάτσου.

Ο Χρυσόστομος ως Αρχιεπίσκοπος εργάσθηκε με ασυνήθιστη αντοχή σε όλους τους τομείς και αναδείχθηκε θρησκευτικός ηγέτης ικανότατος. «Εποίμανε την Εκκλησία εν δικαιοσύνη, εν πραότητι και πολλή υπομονή». Η πολυποίκιλη εθνική του δράση και η ενεργή συμμετοχή του στους εθνικούς αγώνες, το υψηλό φρόνημα της φιλοπατρίας, η ευρύτατη παιδεία του και η αρετή του τον ανέδειξαν σε μία από τις επιφανείς εκκλησιαστικές μορφές της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ένας ογκώδης «τιμητικός τόμος», που εκδόθηκε με αφορμή το Ιωβηλαίο της 50ετηρίδας της Αρχιερατείας του, προβάλλει ανάγλυφη την εικόνα του Ιεράρχη.

Μετά την εγκαθίδρυση του δικτατορικού καθεστώτος αρνήθηκε να παραιτηθεί, όπως του υποδείχθηκε, αλλά εφαρμόσθηκε και για τον Αρχιεπίσκοπο το όριο ηλικίας, οπότε εγκατέλειψε τον Αρχιεπισκοπικό θρόνο την 10η Μαΐου 1967. Απεβίωσε την 9η Ιουνίου 1968, Κυριακή της Πεντηκοστής.

 

Ιερώνυμος Κοτσώνης (1967-1973)

Γεννήθηκε στα Υστέρνια της Τήνου το έτος 1905. Μετά από την αποφοίτησή του από τη Ριζάρειο και τη Θεολογική Σχολή Αθηνών πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στη Γερμανία και στην Αγγλία. Χρημάτισε διάκονος του Αρχιεπισκόπου Χρυσάνθου και Γραμματέας της Ιεράς Συνόδου. Το 1959 εξελέγη τακτικός καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Αναδείχθηκε σε έναν από τους πολυγραφότερους Κληρικούς της Εκκλησίας της Ελλάδος. Πρωθιερέας των Ανακτόρων, ανήλθε στον Αρχιεπισκοπικό θρόνο την 14η Μαΐου 1967, αφού εξελέγη από «αριστίνδην» Σύνοδο αποτελούμενη από οκτώ Αρχιερείς, την οποία συγκάλεσε η τότε στρατιωτική Κυβέρνηση, διαταράσσοντας έτσι την κανονική τάξη στην Εκκλησία.

Ως Αρχιεπίσκοπος ο Ιερώνυμος οργάνωσε το διοικητικό και ποιμαντικό έργο της Εκκλησίας και, αποβλέποντας στην αποδέσμευσή της από αυθαίρετες παρεμβάσεις της Πολιτείας, πέτυχε την ψήφιση νέου Καταστατικού Χάρτη, τον οποίο εκπόνησε ο ίδιος. Θεώρησε επιτακτικό χρέος του την αναβάθμιση του Σώματος της Ιεραρχίας, ενώ την κάθαρση του Κλήρου της Εκκλησίας ως αποστολή και ευθύνη. Επεδίωξε τη μισθολογική ένταξη των Κληρικών στο μισθολόγιο των Δημοσίων Υπαλλήλων, ίδρυσε Νοσοκομείο Κληρικών Ελλάδος, ενδιαφέρθηκε για την αξιοποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας, έθεσε ως στόχο την αναβάθμιση της εκκλησιαστικής εκπαίδευσης και τη λειτουργία των εκκλησιαστικών Σχολών.

Ύστερα από Αρχιερατεία έξι ετών εγκατέλειψε τον θρόνο με την παραίτηση, την οποίαν υπέβαλε ο ίδιος στην Ιερά Σύνοδο την 15η Δεκεμβρίου 1973. Απεβίωσε την 15η Νοεμβρίου 1988 και ενταφιάσθηκε ως απλός μοναχός, χωρίς ιδιαίτερες τιμές, στη γενέτειρά του, τα Υστέρνια Τήνου.

Ιάκωβος Βαβανάτσος (1962)

Γεννήθηκε την 22α Ιουνίου στο Γαλαξείδι Παρνασσίδας. Διετέλεσε Αρχιδιάκονος του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, Πρωτοσύγκελλος της Αρχιεπισκοπής και τιτουλάριος Επίσκοπος Χριστιανουπόλεως. Το 1936 εξελέγη Μητροπολίτης της νεοσυσταθείσας Μητροπόλεως Αττικής και Μεγαρίδος και την 13η Ιανουαρίου 1962 διαδέχθηκε τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Θεόκλητο. Δεν πρόλαβε να αναλάβει καλά – καλά τα καθήκοντά του και αναγκάσθηκε να παραιτηθεί από τον Αρχιεπισκοπικό θρόνο την 25η Ιανουαρίου 1962, «ουχί οικεία βουλή, αλλά πολλή και καταθλιπτική πιέσει», ως συνέπεια του μεγάλου εκκλησιαστικού σάλου που δημιουργήθηκε μετά την εκλογή του.

Επικοινωνία

Οι Ενορίες και τα Ιδρύματα της Ι.Α.Α. μπορούν να αποστέλλουν τις Ανακοινώσεις τους στην διεύθυνση: 

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.  

Ακούστε Ζωντανά

Ραδιοφωνικός Σταθμός της Εκκλησίας της Ελλάδος

Κοινωνικά Δίκτυα

© Copyright - Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών - developed by S.R.C.